μίζα < γαλλική mise < mettre
μίζα και μίτζα θηλυκό
1. (στο αυτοκίνητο) ο μηχανισμός που θέτει τον κινητήρα σε λειτουργία
2. τα λεφτά που στοιχηματίζει κάποιος στο καζίνο ή στα χαρτιά
3. η παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία
πηγη : https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CE%B1

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.