O νόμος 1264/82 περί του «εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος και της άσκησης των συνδικαλιστικών ελευθεριών» ήταν από τους πρώτους που ψηφίστηκαν όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία το 1981.
Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες απαξιώθηκαν είτε λόγω των μαξιμαλισμών τους (ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ) είτε λόγω του συμβιβασμού-συνεργασίας τους με την τρόικα και την κυβέρνηση (ΓΣΕΕ) ή λόγω της δικαστικής εμπλοκής τους σε σκάνδαλα (στελέχη του ΟΤΕ, τέως συνδικαλιστές – Siemens) ή, τέλος, λόγω της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προκήρυξης απεργίας (ΔΕΚΟ – ιδίως μετρό). Ακόμη και η ηγεμονία του ΠΑΜΕ σε λαϊκές περιοχές, όπως η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος, αμφισβητήθηκε από τη Χρυσή Αυγή, η οποία εκμεταλλεύτηκε την οργή της τοπικής κοινωνίας και διείσδυσε επειδή κάποιοι συνδικαλιστές αποφάσιζαν για το ποιος θα δουλέψει. Οργή υπήρχε, επίσης, και
από τους ιδιοκτήτες των τοπικών ναυπηγείων, οι οποίοι διαμαρτύρονταν όταν συνδικαλιστές, επικαλούμενοι τα δικαιώματα για συνεχή διαλείμματα, καθυστερούσαν την επισκευή πλοίων που έπρεπε να αποπλεύσουν τάχιστα γιατί οι χρόνοι παράδοσης φορτίου των ναυλοσυμφώνων και οι αστικές ρήτρες ήταν εξαιρετικά αυστηροί.
Η εποχή των Μνημονίων είχε επίσης ένα απρόσμενο αποτέλεσμα: Έκανε τη ΔΑΚΕ πιο επιθετική απέναντι στη Ν.Δ. Πιο «αριστερή». Πιο ριζοσπαστική με έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα την ανέδειξε χωρίς να είναι η επιδίωξή της και ως εγγυητή του λαϊκού χαρακτήρα του κόμματος. Με λεκτικές υπερβολές και ακρότητες, βεβαίως, αλλά εγγυήτρια (Νίκος Κιουτσούκης).
Γι’ αυτό, άλλωστε, πρόεδρος της ΟΛΜΕ είναι σήμερα ο δεξιός, κάποτε μέλος του Εκτελεστικού της ΟΝΝΕΔ, Θόδωρος Τσούχλος. Όλα τα παραπάνω δεν διέφυγαν ποτέ της προσοχής του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος ήταν ανέκαθεν στρατηγικός παίκτης, από την εκλογή του ακόμη στο βουλευτικό αξίωμα. Οι καταχρηστικές απεργίες που ταλαιπωρούν το κοινό και αναστατώνουν τις επιχειρήσεις, η διαφθορά του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού, ο τρόπος λειτουργίας των συνδικάτων, το νομικό πλαίσιο που τα διέπει και βεβαίως το «εσωκομματικό σπυρί» της ΔΑΚΕ ήταν στο κέντρο της προσοχής του νυν πρωθυπουργού. Ποτέ στην ιστορία τριτοβάθμιες οργανώσεις τόσο χαμηλής αντιπροσωπευτικότητος, όπως η ΓΣΕΕ (15% συμμετοχή σε κινητοποιήσεις), δεν έκαναν τόσο μεγάλη κατάχρηση του κορυφαίου όπλου της προκήρυξης της γενικής απεργίας.
Εάν η ΔΑΚΕ στο μυαλό του πρωθυπουργού ως αρχηγού της αντιπολίτευσης ήταν ένα εσωκομματικό άντρο που έπρεπε να διαλυθεί -το επιχείρησε-, οι συνεχείς γενικές απεργίες της ΓΣΕΕ για ψύλλου πήδημα ήταν μείζον εμπόδιο για τη λειτουργία των επιχειρήσεων και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Μην ερμηνεύει λοιπόν κανείς την εξαγγελία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ περί αλλαγής του συνδικαλιστικού νόμου ως άσκηση πολιτικού – κοινωνικού μίσους για τα μέλη οργανώσεων που βρίσκονται στον ιδεολογικό αντίποδα μαζί του. Τα προνόμια των συνδικαλιστών, όπως αυτά περιγράφονται στον νόμο Κακλαμάνη -στο άρθρο 17-, είναι ένα θέμα αλλά όχι το μόνο.
(1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει:
α) Στα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης άδεια απουσίας όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.
β) Στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων άδεια απουσίας έως 9 μέρες τον μήνα και έως 15 για τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο, τον γεν. γραμματέα και τον ταμία.
γ) Στους πρόεδρο, αντιπρόεδρο, γενικό γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων άδεια απουσίας έως 5 μέρες τον μήνα, αν τα μέλη τους είναι 500 και πάνω, και ως 3 μέρες, αν είναι λιγότερα.
δ) Στους αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις άδεια απουσίας για όλη τη διάρκεια συνεδρίων που συμμετέχουν.
2. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 άδειες απουσίας περιορίζονται σε 30 ημέρες τον χρόνο για τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής, αλλιώς του προεδρείου των μη αντιπροσωπευτικών τριτοβάθμιων οργανώοεων, και στο 1/3 του αναφερόμενου στα εδάφια β’ και γ’ χρόνου προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής οργάνωσης.
3. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο.)
Οι ασφαλιστικές εισφορές συνδικαλιστικών στελεχών για τον χρόνο της συνδικαλιστικής άδειάς τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους».
Το μείζον θέμα για έναν φιλελεύθερο πολιτικό, όπως ο Μητσοτάκης, είναι να μειώσει τα φορολογικά-ασφαλιστικά-μισθολογικά βάρη από τις επιχειρήσεις για να γίνουν ανταγωνιστικές, να καταργήσει τον κρατικό παρεμβατισμό σε θέματα εσωτερικής λειτουργίας τους, όπως η διευθέτηση του ωραρίου, και βεβαίως να απαλλάξει τους εργοδότες από τη συνδιοίκηση με τους συνδικαλιστές. Εδώ εμπίπτει η εξαγγελία του νέου συνδικαλιστικού νόμου. Η απόπειρα αυτή μοιάζει θεωρητικά έυκολη γιατί οι συνδικαλιστές (όχι όλοι), η «εργατική αριστοκρατία», είναι απαξιωμένοι στη συνείδηση των πολιτών και των εργαζομένων.
Το κίνημα περνά μεγάλη κρίση αντιπροσώπευσης. Κατά συνέπεια, η νομοθέτηση θα είναι εύκολη, δεν θα ηχήσουν τύμπανα πολέμου, όπως προέβλεψε ο πρωθυπουργός. Ωστόσο, ο κίνδυνος είναι άλλος. Ο νόμος να ενεργοποιήσει τα ανακλαστικά του κοιμώμενου και απαξιωμένου κινήματος στον σκληρό πυρήνα του δημοσίου τομέα.
Επίσης, ας μην υποτιμάται το εξής: Υπάρχουν πράγματι ιδιωτικές επιχειρήσεις που στενάζουν από τη δράση των συνδικαλιστών. Ωστόσο, λόγω της ωριμότητας των εργαζομένων σε πλείστες όσες επιχειρήσεις τα όποια θέματα ανακύπτουν συνήθως επιλύονται με αυτορρύθμιση. Μήπως η νομοθετική ρύθμιση που θα καταργήσει την αυτορρύθμιση εξάψει τα πνεύματα; Οι εποχές είναι περίεργες. Θέτω απλώς έναν προβληματισμό χωρίς να αμφισβητώ το γεγονός ότι έπειτα από 38 ολόκληρα χρόνια ο νόμος χρειάζεται ριζική αναμόρφωση. Πράγματι. Είναι καιρός.
https://www.newsbreak.g
- Από τον Μανώλη Κοττάκη
Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες απαξιώθηκαν είτε λόγω των μαξιμαλισμών τους (ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ) είτε λόγω του συμβιβασμού-συνεργασίας τους με την τρόικα και την κυβέρνηση (ΓΣΕΕ) ή λόγω της δικαστικής εμπλοκής τους σε σκάνδαλα (στελέχη του ΟΤΕ, τέως συνδικαλιστές – Siemens) ή, τέλος, λόγω της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προκήρυξης απεργίας (ΔΕΚΟ – ιδίως μετρό). Ακόμη και η ηγεμονία του ΠΑΜΕ σε λαϊκές περιοχές, όπως η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος, αμφισβητήθηκε από τη Χρυσή Αυγή, η οποία εκμεταλλεύτηκε την οργή της τοπικής κοινωνίας και διείσδυσε επειδή κάποιοι συνδικαλιστές αποφάσιζαν για το ποιος θα δουλέψει. Οργή υπήρχε, επίσης, και
από τους ιδιοκτήτες των τοπικών ναυπηγείων, οι οποίοι διαμαρτύρονταν όταν συνδικαλιστές, επικαλούμενοι τα δικαιώματα για συνεχή διαλείμματα, καθυστερούσαν την επισκευή πλοίων που έπρεπε να αποπλεύσουν τάχιστα γιατί οι χρόνοι παράδοσης φορτίου των ναυλοσυμφώνων και οι αστικές ρήτρες ήταν εξαιρετικά αυστηροί.
Η εποχή των Μνημονίων είχε επίσης ένα απρόσμενο αποτέλεσμα: Έκανε τη ΔΑΚΕ πιο επιθετική απέναντι στη Ν.Δ. Πιο «αριστερή». Πιο ριζοσπαστική με έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα την ανέδειξε χωρίς να είναι η επιδίωξή της και ως εγγυητή του λαϊκού χαρακτήρα του κόμματος. Με λεκτικές υπερβολές και ακρότητες, βεβαίως, αλλά εγγυήτρια (Νίκος Κιουτσούκης).
Γι’ αυτό, άλλωστε, πρόεδρος της ΟΛΜΕ είναι σήμερα ο δεξιός, κάποτε μέλος του Εκτελεστικού της ΟΝΝΕΔ, Θόδωρος Τσούχλος. Όλα τα παραπάνω δεν διέφυγαν ποτέ της προσοχής του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος ήταν ανέκαθεν στρατηγικός παίκτης, από την εκλογή του ακόμη στο βουλευτικό αξίωμα. Οι καταχρηστικές απεργίες που ταλαιπωρούν το κοινό και αναστατώνουν τις επιχειρήσεις, η διαφθορά του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού, ο τρόπος λειτουργίας των συνδικάτων, το νομικό πλαίσιο που τα διέπει και βεβαίως το «εσωκομματικό σπυρί» της ΔΑΚΕ ήταν στο κέντρο της προσοχής του νυν πρωθυπουργού. Ποτέ στην ιστορία τριτοβάθμιες οργανώσεις τόσο χαμηλής αντιπροσωπευτικότητος, όπως η ΓΣΕΕ (15% συμμετοχή σε κινητοποιήσεις), δεν έκαναν τόσο μεγάλη κατάχρηση του κορυφαίου όπλου της προκήρυξης της γενικής απεργίας.
Εάν η ΔΑΚΕ στο μυαλό του πρωθυπουργού ως αρχηγού της αντιπολίτευσης ήταν ένα εσωκομματικό άντρο που έπρεπε να διαλυθεί -το επιχείρησε-, οι συνεχείς γενικές απεργίες της ΓΣΕΕ για ψύλλου πήδημα ήταν μείζον εμπόδιο για τη λειτουργία των επιχειρήσεων και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Μην ερμηνεύει λοιπόν κανείς την εξαγγελία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ περί αλλαγής του συνδικαλιστικού νόμου ως άσκηση πολιτικού – κοινωνικού μίσους για τα μέλη οργανώσεων που βρίσκονται στον ιδεολογικό αντίποδα μαζί του. Τα προνόμια των συνδικαλιστών, όπως αυτά περιγράφονται στον νόμο Κακλαμάνη -στο άρθρο 17-, είναι ένα θέμα αλλά όχι το μόνο.
(1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει:
α) Στα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης άδεια απουσίας όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.
β) Στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων άδεια απουσίας έως 9 μέρες τον μήνα και έως 15 για τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο, τον γεν. γραμματέα και τον ταμία.
γ) Στους πρόεδρο, αντιπρόεδρο, γενικό γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων άδεια απουσίας έως 5 μέρες τον μήνα, αν τα μέλη τους είναι 500 και πάνω, και ως 3 μέρες, αν είναι λιγότερα.
δ) Στους αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις άδεια απουσίας για όλη τη διάρκεια συνεδρίων που συμμετέχουν.
2. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 άδειες απουσίας περιορίζονται σε 30 ημέρες τον χρόνο για τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής, αλλιώς του προεδρείου των μη αντιπροσωπευτικών τριτοβάθμιων οργανώοεων, και στο 1/3 του αναφερόμενου στα εδάφια β’ και γ’ χρόνου προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής οργάνωσης.
3. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο.)
Οι ασφαλιστικές εισφορές συνδικαλιστικών στελεχών για τον χρόνο της συνδικαλιστικής άδειάς τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους».
Το μείζον θέμα για έναν φιλελεύθερο πολιτικό, όπως ο Μητσοτάκης, είναι να μειώσει τα φορολογικά-ασφαλιστικά-μισθολογικά βάρη από τις επιχειρήσεις για να γίνουν ανταγωνιστικές, να καταργήσει τον κρατικό παρεμβατισμό σε θέματα εσωτερικής λειτουργίας τους, όπως η διευθέτηση του ωραρίου, και βεβαίως να απαλλάξει τους εργοδότες από τη συνδιοίκηση με τους συνδικαλιστές. Εδώ εμπίπτει η εξαγγελία του νέου συνδικαλιστικού νόμου. Η απόπειρα αυτή μοιάζει θεωρητικά έυκολη γιατί οι συνδικαλιστές (όχι όλοι), η «εργατική αριστοκρατία», είναι απαξιωμένοι στη συνείδηση των πολιτών και των εργαζομένων.
Το κίνημα περνά μεγάλη κρίση αντιπροσώπευσης. Κατά συνέπεια, η νομοθέτηση θα είναι εύκολη, δεν θα ηχήσουν τύμπανα πολέμου, όπως προέβλεψε ο πρωθυπουργός. Ωστόσο, ο κίνδυνος είναι άλλος. Ο νόμος να ενεργοποιήσει τα ανακλαστικά του κοιμώμενου και απαξιωμένου κινήματος στον σκληρό πυρήνα του δημοσίου τομέα.
Επίσης, ας μην υποτιμάται το εξής: Υπάρχουν πράγματι ιδιωτικές επιχειρήσεις που στενάζουν από τη δράση των συνδικαλιστών. Ωστόσο, λόγω της ωριμότητας των εργαζομένων σε πλείστες όσες επιχειρήσεις τα όποια θέματα ανακύπτουν συνήθως επιλύονται με αυτορρύθμιση. Μήπως η νομοθετική ρύθμιση που θα καταργήσει την αυτορρύθμιση εξάψει τα πνεύματα; Οι εποχές είναι περίεργες. Θέτω απλώς έναν προβληματισμό χωρίς να αμφισβητώ το γεγονός ότι έπειτα από 38 ολόκληρα χρόνια ο νόμος χρειάζεται ριζική αναμόρφωση. Πράγματι. Είναι καιρός.
https://www.newsbreak.g

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.