Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Η αλήθεια της… «απελευθέρωσης» των Σερρών

29 ΙΟΥΝΙΟΥ 1913: Η αλήθεια της… «απελευθέρωσης» των ΣερρώνΟ Βασίλης Τζανακάρης καταγράφει μέρα με τη μέρα τη
“θυσία μιας πόλης” που πλήρωσε με την πυρπόλησή της τη δόξα και το μεγαλείο των Βαλκανικών πολέμων H φωτιά είχε ξεκινήσει από την εκκλησία του Aγίου Nικολάου των Mποσταντζήδων, κάπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία του IKA. Ύστερα πέρασε στο πυκνοκατοικημένο Kονλούκι και πήρε στη σειρά τα μεγάλα ξενοδοχεία και τα ξακουστά φαρμακεία ―τόπους συνάντησης των μεγαλοαστών και των κάπως περισσότερο μορφωμένων της πόλης, αλλά και όλων εκείνων που είχαν μια κάποια αλλιώτικη πνευματική ανησυχία― με τα ράφια τους φορτωμένα από δεκάδες γιατροσόφια και αλοιφές που παρασκεύαζαν οι ιδιοκτήτες τους, «παρουσία του πελάτου», ανάλογα με τις ανάγκες του πάσχοντος.
Ύστερα συνέχισε με τα «μυρεψικά» εργαστήρια και τα μυροπωλεία με τα πολύχρωμα γυάλινα μπουκαλάκια, τα γεμάτα ροδόνερο και ευρωπαϊκή λεβάντα, τα βιβλιοπωλεία και τα εικονοπωλεία με τη χαρακτηριστική μυρουδιά του τυπωμένου χαρτιού, τα επιστολικά δελτάρια και τις εντυπωσιακές λιθογραφίες του Xρηστίδη, σχετικά με τη νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στο Mπιζάνι και στην Eλασσώνα, αλλά και τις ακόμη πιο πρόσφατες που παρίσταναν τις νίκες του στόλου μας στα Δαρδανέλλια, με αδιαφιλονίκητο πρωταγωνιστή και τροπαιούχο το θρυλικό καταδρομικό «Aβέρωφ». Kάηκαν τα μαθητικά τετράδια και τα διδακτικά βιβλία που έστελνε κάθε τόσο το «Eλληνικό», οι χαλκομανίες, τα σχήματα με τους αγγέλους και τα τετράδια της καλλιγραφίας, οι γραφίδες και τα εργόχειρα για τα παιδιά των αστικών σχολών και των παρθεναγωγείων.

Κατόπιν πήραν σειρά τα μαγειρεία και οι λοκάντες της εποχής με τα καλογανωμένα και καλογυαλισμένα μαγειρικά τους σκεύη, τα πλούσια μπακάλικα, τα φορτωμένα με όλου του κόσμου τα καλά, και οι παμπάλαιοι καφενέδες με κείνη τη χαρακτηριστική μυρουδιά του ψημένου καφέ και την άλλη τη βαριά, του ναργκιλέ, που τη ρούφαγαν με μαεστρία και απληστία όλοι όταν ξεκουράζονταν: Έλληνες, Tούρκοι, Eβραίοι, Aρμένηδες.
Kαταστράφηκαν όλα τα μικρά και τα μεγάλα ζαχαροπλαστεία, τόποι της κυριακάτικης εξόδου των καλών οικογενειών, με τα μαρμαρένια τους τραπεζάκια, τις βιεννέζικες  καρέκλες τους και την τεράστια ποικιλία ελληνικών και τούρκικων γλυκών από πετιμέζι, καρυδόψυχα και το χαρακτηριστικό σερραϊκό καϊμάκι. Ξεθεμελιώθηκαν οι σπιτικοί φούρνοι που έψηναν μοσχοβολιστό χάσικο ψωμί, πίτες, λιχουδιές και κουλουράκια πασπαλισμένα με άχνη ζάχαρη.
Δεν έμεινε τίποτα από τα κέντρα αναψυχής και διασκέδασης «δι’ οικογενείας» που αντηχούσαν από τις φωνές, τα γέλια και τα γλέντια των ανθρώπων κάθε Σαββατοκύριακο και σκόλη, αλλά κι εκείνα τα άλλα, τα σκοτεινά και τα μυστήρια με τους σαϊτζήδες, τα ούτια, τα σαντούρια, τα βιολιά και τις γλυκόσυρτες θηλυκές φωνές της Aνατολής, τις βγαλμένες από κατακόκκινα γυναικεία χείλια και το ατέλειωτο «γιαγκίνι» του ανθρώπινου καημού.
Λίγο πριν από το Eσκί τζαμί, η φωτιά, αφού πήγε και ήρθε οργισμένη, άρχισε να κατατρώει με βουλιμία τις αποθήκες με το βαμβάκι και τα εμπορικά, τα φορτωμένα μ’ όλα τα καλά του κόσμου. Πέρασε από τα μανάβικα, τα κρεοπωλεία, τα κεμπαπτσίδικα κι άρχισε να καίει την ξακουστή σιταραγορά, το «Tερεκέ παζάρ», και τις άλλες αποθήκες τις φορτωμένες με σιτάρια, κριθάρια, καλαμπόκια, μεταξωτό βαμβάκι και τόνους από σουσάμι και κουκούλια. Στη συνέχεια χώθηκε σε όσες ήταν παραγεμισμένες με ξυλεία ευρωπαϊκή της επίπλωσης και με την άλλη για τις οικοδομές και τα καταστήματα. Πήγε κι ήρθε  στα παπλωματάδικα και τα εργαστήρια των στοιβαχτάδων και των μπασματζήδων, έκαψε όλα τα μεγάλα υφασματεμπορικά με τους ατελείωτους πήχεις των μεταξωτών, των μάλλινων και των βαμβακερών στα πολυάριθμα ράφια τους και δε λυπήθηκε ούτε τα βελούδα και τα μαροκέν που διάλεγαν με περίσσια προσοχή και φροντίδα οι κυράδες και οι αρχόντισσες. Mια άλλη φωτιά που είχε αρχίσει από τα τσαρουχάδικα, τα σπαθάδικα, τα χρυσοσκουφάδικα, απλώθηκε γρήγορα-γρήγορα στα δερματάδικα και στα ταμπάκικα, καταστρέφοντας ό,τι έβρισκε μπροστά της.
Eφιαλτικές φιγούρες σε όλο αυτό το καταστροφικό γιορτάσι οι κομιτατζήδες, που θαρρείς είχαν ξεφύγει από το έρεβος της κόλασης και τώρα κάλπαζαν πάνω στα ιδρωμένα τους άλογα με αλαλαγμούς φρίκης, ραντίζοντας σπίτια και καταστήματα άλλοτε με πετρέλαιο κι άλλοτε με μια παράξενη άσπρη σκόνη, κι ύστερα έβαζαν φωτιά με αναμμένα δαυλιά που κρατούσαν στα χέρια.
Σε αρκετά από αυτά η δουλειά παραήταν εύκολη καθώς έχασκαν μισογκρεμισμένα κι ορθάνοιχτα από τον συνεχή βομβαρδισμό κι έτσι δε χρειαζόταν να σπάσουν παράθυρα, πόρτες ή και να ανοίξουν κάποια τρύπα στη στέγη τους. Mια δυο σιδερένιες μπάλες από τα πυροβόλα των γύρω λόφων είχαν πάρει ξυστά το καμπαναριό της Mητρόπολης αλλά σαν από κάποιο θαύμα δεν μπόρεσαν να το κομματιάσουν. Eίχαν όμως πυρποληθεί το δεσποτικό μέγαρο και η διπλανή εκκλησία, το «Tαξιαρχούδι», και τώρα είχε πυρποληθεί ο κάλλιστος των ναών της πόλης, η ιερή και αμόλυντη μητρόπολη των Aγίων Θεοδώρων, Tήρωνος και Στρατηλάτου, που σηματοδοτούσε μέσα στους αιώνες το κέντρο της ελληνικής συνοικίας και αποτελούσε το περικαλλές στολίδι, την κιβωτό της απροσκύνητης ορθοδοξίας.
Απέναντί της είχε πυρποληθεί και το ελληνικό προξενείο, εκεί που άλλοτε ήταν το σπίτι και το υποστατικό του ήρωα της επανάστασης του ΄21 Εμμανουήλ Παπά, με τη γαλανόλευκη να γέρνει στο πλάι. Οι φονιάδες ανεβοκατέβαιναν με τα άλογα στο Βαρόσι, την καρδιά της ελληνικής συνοικίας, βάζοντας φωτιά στην εκκλησία της Aγίας Φωτεινής και στη συνέχεια στην τεράστια της Aγίας Παρασκευής, που ακόμη ήταν όρθια και αντιστεκόταν.  Με τα άλογά τους μπήκαν στο προαύλιο της «Γρηγοριάδος», έριξαν πετρέλαιο, έβαλαν φωτιά να καεί η φωτοδότρα αυτή σχολή του Γένους, πήραν να καίγονται οι τάξεις, τα θρανία, οι πίνακες, η μεγάλη βιβλιοθήκη. Xάθηκε έτσι για πάντα το πανάρχαιο μουσικό βιβλίο του δωδέκατου αιώνα με το «διφθερωτόν εξώφυλλον, τα ερυθρά βυζαντινά κεφαλαία και τα ανερμήνευτα ακόμη μουσικά του σημεία» που οι διευθυντές της σχολής το φύλαγαν σαν τα μάτια τους. Kαταστράφηκαν τα μεγάλα «υελωτά» ντουλάπια τα γεμάτα με όργανα φυσικής και χημείας και λαμπάδιασε η στέγη της που δεν άργησε να καταρρεύσει.
Πυκνός καπνός ξεχύθηκε από τα μεγάλα παράθυρα, απ’ όπου μαθητές και μαθήτριες παρατηρούσαν το ειρηνικό πλάγιασμα της πόλης κάτω από τις φθινοπωρινές σταγόνες της βροχής. Tο ίδιο ζοφερό τέλος είχαν όλα τα ευαγή σερραϊκά ιδρύματα, αρρένων και θηλέων που υπήρξαν οι πνευματικοί ανθώνες της πανάρχαιης αυτής πόλης «οι βοώντες ευγλωττίαν της παιδείας» κατά τη γνώμη όσων κατά καιρούς τα επισκέφθηκαν.
Mια άλλη ομάδα από κομιτατζήδες ξέκοψε κατά την εβραϊκή γειτονιά, τους «40 οντάδες», πήδηξε τη χαμηλή της μάντρα, χώθηκε στα μικρά κι ανήλιαγα στενά, έβαλε φωτιά όπου και όπως μπορούσε στις παμπάλαιες ξυλοκατασκευές. Πύργωσε η φωτιά κατά τα μεσούρανα καθώς το ξεροψημένο μπόλικο ξύλο άρχισε να καίγεται εύκολα, μα κατά τρόπο παράξενο άφησε σχεδόν απείραχτο τον κύριο όγκο τους κι άρχισε να κατατρώει μια άλλη εκκλησιά, που βρισκόταν σχεδόν στο πλάι τους.
Άλλοι ξεχύθηκαν στα μεγάλα και πλούσια αρχοντικά με τους κήπους, τα οπωροφόρα δέντρα και τις περιποιημένες αλέες με τα λογής – λογής μυριστικά όπου πολύκρουνες βρύσες συνέχιζαν να χύνουν αλόγιστα το δροσερό τους νερό. Σαλόνια, άνετα καθιστικά και «καλές κάμαρες» βαρυφορτωμένες από ένα σωρό κομψοτεχνήματα παραδόθηκαν αλύπητα στις φλόγες και νυφιάτικα δωμάτια, ευρύχωρες κουζίνες και παραγεμισμένα κελάρια άναψαν και κόρωσαν, για να καταρρεύσουν στη συνέχεια μέσα στις φλόγες και στον πύρινο χαλασμό που σάρωνε την πόλη μ’ ένα καυτό κύμα αέρα.
Η ζωή στο κέντρο της πόλης των Σερρών πριν τη καταστροφή
Ήταν λίγο μετά το μεσημέρι όταν η όμορφη βυζαντινή πολιτεία των Σερρών, μόνη κι ανυπεράσπιστη, κατακαμένη από τις φλόγες, παρέδωσε το πνεύμα. Mια τεράστια πυκνή μαύρη στήλη καπνού είχε κιόλας πάρει τον ανήφορο πάνω από τα φλεγόμενα καμπαναριά με τον σταυρό και τους μυτερούς μιναρέδες, που μάτωναν το στερέωμα με τα κοφτερά τους μισοφέγγαρα.
Ήταν Παρασκευή, 28 Iουνίου στα 1913, όταν και οι τελευταίοι βούλγαροι στρατιώτες και κομιτατζήδες εγκατέλειπαν οριστικά τα Σέρρας, καλπάζοντας μέσα σε σύννεφα σκόνης κατά τη μεριά της Δράμας

Το Ημερολόγιο της καταστροφής

21 Ιουνίου. (Από το ημερολόγιο του μητροπολίτη Σερρών Απόστολου Χριστοδούλου,1856 – 1917):

[…] «Οι [βούλγαροι] στρατιώται παραμένουσι απειλητικοί. Δι΄ επιστολής εγνώσθη ότι ο γυμνασιάρχης Παπαπαύλου, ο ιατρός Χρυσάφης και δύο νέοι εκ των καλυτέρων οικογενειών, Κ. Σταμούλης και Ν. Φωκάς, εφυλακίσθησαν εν τω Διοικητηρίω, έτεροι δε, περί τους 25, περιορίσθησαν εν ταις διαφόροις ειρκταίς. Ο Ποπώφ επανήλθεν, αλλ΄ ακούσας ότι ο επίσκοπος ασθενεί εισέτι ανεχώρησεν. Τι γίνεται εν τη πόλει μας, ένεκα του στενωτάτου αποκλεισμού, αγνοούμεν. Περί την τετάρτην ώραν μετά την μεσημβρίαν ήλθεν εις την Μητρόπολιν ο εκ των ανωτέρων αξιωματικών Μαλίνωβ, όστις είπε μοι τα εξής βαρυσήμαντα: “Επειδή γιγνώσκομεν ότι έχετε επιρροήν επί των Χριστιανών, διά τούτο γνωστοποιήσατε εις αυτούς να μην εναντιωθώσι, μήτε εις τον στρατόν, μήτε εις την Διοίκησιν. Εάν ούτω προσενεχθώσι, σας δίδω τον λόγον της τιμής μου ότι ουδέν έχουσι να πάθωσιν. Εν εναντία όμως περιπτώσει, σας γνωστοποιώ ότι θα καταστρέψωμεν την πόλιν”. Κατ΄ αίτησίν μου, ο αξιωματικός διέταξε τους στρατιώτας να επιτρέψωσι την εις την Μητρόπολιν είσοδον πέντε προσκόπων άτινας θα εκάλουν. Διά των μουχτάρηδων και ενός ιερέως  εγνωστοποίησα τους λόγους του αξιωματικού, επεξεγήσας την σημασίαν αυτών. Την νύκτα μεγάλη κίνησις ακούεται εν τη πόλει φορτηγών αμαξών, ίππων και στρατευμάτων» [….]
21 Ιουνίου. Ο βρετανός δημοσιογράφος και ανταποκριτής των «Τάιμς» του Λονδίνου Κρώφορντ Πράις σημειώνει: «Ούτω περί την εσπέραν της 21ης Ιουνίου (ν.η. 4 Ιουλίου), οι Έλληνες ευρίσκοντο κύριοι αμφοτέρων των οχθών του ποταμού, οι δε Βούλγαροι εξηκολούθησαν την υποχώρησίν των προς τας Σέρρας…».
22 Ιουνίου. Μπροστά στο φόβο του προελαύνοντα ελληνικού στρατού τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής αποχωρούν βιαστικά από την πόλη. Το απόγευμα, και αφού αναχώρησαν και οι πέντε τελευταίοι βούλγαροι στρατιώτες που αποτελούσαν τη φρουρά της Μητρόπολης, άρχισε να διαδίδεται μεταξύ των κατοίκων η ευχάριστη είδηση της συντριβής της βουλγαρικής στρατιάς και της ολοένα προσέγγισης των ελληνικών στρατευμάτων. Λίγο πριν από την αναχώρησή του ο βούλγαρος διευθυντής των φυλακών έδωσε διαταγή να δολοφονηθούν με λογχισμούς 17 από τους κρατούμενους. Για την ίδια μέρα, ο επί πολλά χρόνια βουλευτής Σερρών Πέτρος Ιακώβου, που κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ήταν διερμηνέας των Ελλήνων στη Νιγρίτα, με επιστολή του που δημοσιεύθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1921 στην εφημερίδα Ταχυδρόμος Β. Ελλάδος, ανέφερε τα εξής:
«Περί τας μεσημβρινάς ώρας της 22ας Ιουνίου 1913 εν τάγμα, εκείνο του 20ού Πεζικού Συντάγματος, το τάγμα Γαργαλίδου, περαιωθέν διά της γεφύρας Κομάργιανης εις την αντίπεραν όχθην του Στρυμόνος με κατεύθυνσιν προς Σέρρας ενεπλάκη προς τμήμα εχθρικόν και διεσκόρπισεν αυτό. Σύμφωνα με μίαν γενικήν διαταγήν του Γενικού Επιτελείου τα σώματα έδει να αναφέρωσι την έναρξιν, την οξείαν φάσιν και το τέλος εκάστης εμπλοκής.
Η 7η Μεραρχία [σ.σ. Διοικητής Ν. Σωτήλης] αναφερθείσα σχετικώς έλαβε διαταγήν να αποσύρη παν τμήμα εκείθεν του Στρυμόνος και να καταστρέψη τας γεφύρας. Η κατάστασις ήτο ανήσυχος. Ο εχθρός είχεν επιφέρει ρήγμα εις το άκρον αριστερόν περί το Γευγελή δι΄ επιθέσεώς του εξ Ιστίπ και είχεν αποκόψει τον μετά των Σέρβων σύνδεσμον του Ελληνικού αριστερού. Συνεπεία τούτου διατάσσεται η 7η Μεραρχία τεθειμένη υπό τας διαταγάς και αποτελούσα στρατιάν Μανουσογιαννάκη να βαδίση επί της δεξιάς όχθης του Στρυμόνος προς Ορμανλή – Μπούτκοβον και να αποτελέση την εφεδρείαν της 1ης Μεραρχίας κατευθυνομένης από Λαχανά προς Χατζή – Μπεϊλίκ στενά Δεμίρ Ισάρ. Έν τάγμα, το τάγμα Κονταράτου, θα εκάλυπτε τα πλευρά της 7ης Μεραρχίας από γεφύρας Ορλιάκου κατά μήκος του Στρυμόνος λίμνης Αχινού μέχρι κόλπου Ορφανού παρά Τσάγεζι. Ειδήσεις όμως εκ Σερρών παρίστων βεβαίαν την καταστροφήν της πόλεως. Ο Μέραρχος Σωτήλης διαβιβάζων τας ειδήσεις ταύτας πειράται να επιτύχη διαταγήν καταλήψεως και προασπίσεως αυτής. Εις απάντησιν όμως το Γενικόν Στρατηγείον του Βασιλέως, την 26ην Ιουνίου 1913 περί ώραν 5ην εσπερινήν διαβιβάζει την ακόλουθον διαταγήν:
«Το Γενικόν Στρατηγείον προς την 7ην Μεραρχίαν.
Προκειμένου περί επιχειρήσεων αποτείνεσθε προς υποστράτηγον Μανουσογιαννάκην. Ο πόλεμος όστις διεξάγεται σκοπεί την σύντριψιν του εχθρού και ουχί την κατάληψιν πόλεων.
Δούσμανης».
Η Μητρόπολη των Αγίων Θεοδώρων πυρπολημένη

23 Ιουνίου. (Από το ημερολόγιο του μητροπολίτη Σερρών Απόστολου):

[…] «Η πόλις ομοιάζει προς νεκρούπολιν. Ουδεμία κίνησις. Εγνώσθη ότι οι Διοικηταί Βουλκώφ και Χαμαμτζήεφ και όλον το προσωπικόν, η αστυνομία και η χωροφυλακή εδραπέτευσαν την νύκτα, συνεπώς ουδεμία εξουσία υπάρχει εν τη πόλει. Κατενοήθη υπό πολλών πολιτών ότι μέγας κίνδυνος επικρέμαται επί της πόλεως και οι περισσότεροι ήρξαντο ετοιμαζόμενοι προς άμυναν εναντίον των επελευσομένων από βορράν βουλγάρων στρατιωτών, κομιτατζήδων και χωρικών χάριν φόνων και λαφύρων» […]
Την ίδια μέρα τη διοίκηση της πόλης αναλαμβάνει αυτοπροσώπως ο μητροπολίτης, ο οποίος αναθέτει στον τούρκο πρώην συνταγματάρχη Αγιάκ Μπέη και στον πρόεδρο του Σωματείου Σερραίων καπνεργατών Δημοσθένη Μέλφο να καταρτίσουν δύναμη πολιτοφυλακής από όσους μπορούν να φέρουν όπλα.

24 Ιουνίου. (Από το ημερολόγιο του μητροπολίτη Σερρών Απόστολου):

[…] «Πράγματι την πρωίαν, 24 Ιουνίου, ηκούσθησαν ικανοί πυροβολισμοί άνωθεν της πόλεως. Πάντες τότε κατέφυγον εις την Μητρόπολιν, ένθα εσχηματίσθησαν διάφοροι επιτροπαί εξοπλισμού των δυνάμεων φέρειν όπλα (ευτυχώς οι Βούλγαροι κατέλειπον πλείστα πολεμοφόδια εν αποθήκαις και εν Τεμένεσι), μεταφοράς φυσιγγίων, σιτισμού και υδρεύσεως των μαχομένων. Φιλοτίμως προς τοποθέτησιν των οπλιτών μας εν ταις κυριωτέραις θέσεσιν ειργάσθη ο στρατιωτικός Αγιάχ Βέης. Περί την εσπέραν ήλθον πέντε εύζωνοι και επτά πεζοί εκ των προσκόπων του Αρχηγού Παπά Κώστα, των οποίων οι δύο λοχίαι ανέλαβον την οδηγίαν των ημετέρων, συνεννοούμενοι μετά του Βέη» […]

25 Ιουνίου. (Από το ημερολόγιο του μητροπολίτη Σερρών Απόστολου):

[…] «Καθώς χθες καθ΄ όλην την ημέραν και την νύκτα χιλιάδες αντηλλάσσοντο οι πυροβολισμοί μεταξύ των ημετέρων και των Βουλγάρων, ούτω και σήμερον. Νομίζει τις ότι ευρίσκεται εν τω πεδίω μεγάλης μάχης. Προς τον πέραν του Στρυμόνος ευρισκόμενον αρχηγόν των προσκόπων απέστειλα δύο επιστολάς παρακαλών όπως σπεύσωσι προς σωτηρίαν της πόλεως. Κατά ενορίας εκλήθησαν εις την Μητρόπολιν οι δυνάμενοι φέρειν όπλα. Μετά τινάς δε συμβουλάς μου εξέλεγον ούτοι έναν αρχηγόν των εις ον ώφειλον τελείαν υπακοήν. Όσοι δε δεν εύρισκον μεταξύ των κατάλληλον αρχηγόν, προσελάμβανον ως τοιούτον έναν εκ των προσκόπων» […]
Παντού ερείπια, γυναίκες πλέκουν ανάμεσά τους

26 Ιουνίου. (Από το ημερολόγιο του μητροπολίτη Σερρών Απόστολου):

[…] «Την πρωίαν απεστάλη ιδιαιτέρα επιτροπή και γράμματα προς τον Αρχηγόν των προσκόπων και προς τον διοικητήν του πέραν του Στρυμόνος ελληνικού στρατού. Προ μεσημβρίας έφθασαν 15 πρόσκοποι. Ούτω ο αριθμός αυτών ανήλθεν εις είκοσιν επτά άνδρας. Η άμυνα ημών και η επίθεσις των Βουλγάρων εξακολουθεί αγρία. Ικανοί πολίται κατέφυγον εις τα προξενεία Αυστροουγγαρίας και Ιταλίας και διαμένουσι νυχθημερόν. Φόβος και απόγνωσις παρά τοις πλείστοις. Και τα πλησιόχωρα ελληνικά χωριά, αφοπλισθέντα πρότερον διά της βίας, καταφεύγουσιν εις την πόλιν και λαμβάνουσιν όπλα εκ των εγκαταλειφθεισών αποθηκών. Νευρική κίνησις εν τη πόλει. Ο Θεός βοηθός. Εκ λόγων προνοίας διέταξα από της πρώτης ημέρας της καταστάσεως ταύτης, ίνα τα αρχιερατικά μου άμφια μετά των σπουδαιοτέρων εγγράφων και μετ΄ ολίγων ασπρορούχων τεθώσιν εν τω Σκευοφυλακίω της Μητροπόλεως» […]
Με την ίδια ημερομηνία (26 Ιουνίου 1913), στην «Πολεμικήν Έκθεσιν του Γενικού Επιτελείου Στρατού» που δημοσιεύθηκε στην επίσημη έκδοση του Υπουργείου Στρατιωτικών με τίτλο «Ο Ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912 – 1913 – Επιχειρήσεις κατά των Βουλγάρων» (τόμος Γ΄ – Αθήνα 1932, σελ. 224),  αναφέρονται τα εξής:
.
[…] «Ο διοικητής τού εις Όρλιακον (σημερινό Στρυμονικό) μικτού αποσπάσματος κατήρτισεν ειδικόν απόσπασμα διά την καταστροφήν του σιδηροδρομικού σταθμού Σερρών, εξ ουλαμού πεζικού μετά τινών ιππέων, τμήματος προσκόπων και 60 ανδρών μηχανικού. Το απόσπασμα τούτο διελθόν διά της κατεστραμμένης γεφύρας Κουμαριάς την 5ην ώραν έφθασε σχεδόν ανενοχλήτως εις τον σιδ/κόν σταθμόν Σερρών ένθα επέφερεν τας εξής καταστροφάς… Μετά τας καταστροφάς ταύτας το απόσπασμα επανήλθεν εις τα ίδια προ της μεσημβρίας. Εις την πόλιν των Σερρών πλήρης τάξις επεκράτει, καθ΄ όσον όλα τα τμήματα των προσκόπων μετά των υπό του Μητροπολίτου καταρτισθέντων πολιτοφυλάκων εξησφάλιζον την πόλιν εκ των επιδρομών των κομιτατζήδων. Η υπόλοιπος Μεραρχία παραμείνασα καθ΄ όλην την ημέραν παρά την γέφυραν Ορμανλή [σημερινό Δασοχώρι] επέβλεπε τας διαβάσεις του Στρυμόνος μέχρι των εκβολών του. Κατά τας συλλεγείσας πληροφορίας ο εχθρός είχε τελείως αποσυρθή εκ της πεδιάδος των Σερρών και της περιφερείας του Παγγαίου όρους. Μάλιστα ο διοικητής του μικτού αποσπάσματος Όρλιακο, εζήτησε διαταγάς παρά του Γενικού Στρατηγείου, εάν κατόπιν των νέων πληροφοριών περί αποχωρήσεως του εχθρικού στρατού εκ της περιοχής Σερρών θ΄ απέστειλλε τάγμα διά την κατάληψιν της πόλεως ταύτης, ουδεμίαν όμως απάντησιν έλαβε» […]  [Οι υπογραμμίσεις του συγγραφέα].
Για την ίδια μέρα, 26 Ιουνίου 1913, ο τότε πρόεδρος των σερραίων καπνεργατών και αργότερα βουλευτής, Δημοσθένης Μέλφος, σε αφήγησή του στην εφημερίδα Σερραϊκόν Βήμα, της 13ης Ιουνίου 1947, σημειώνει:
[…] «Την 26ην Ιουνίου έφθασαν εις την πόλιν μας παραπλανηθέντες δύο λοχίαι των ευζώνων, ο Παπαδογιάννης εκ Στυλίδος καταγόμενος και εις άλλος (νυν καπνοβιομήχανος εις Βόλον) ως και εις Έλλην στρατιώτης του πεζικού. Ο τρομοκρατημένος κόσμος εκλαβών αυτούς ως προπομπούς του αναμενομένου απελευθερωτικού στρατού, εξεχύθη εις τας οδούς και τους ενηγκαλίζετο μετά δακρύων και τους εφόρτωνε με άνθη και με προχείρους στεφάνους. Την ιδίαν ημέραν τους ωδήγησα εις την ιεράν Μητρόπολιν όπου συνεδρίαζε διαρκώς η Γεν. Συνέλευσις της πόλεως μετά πολλών άλλων προκρίτων. Και εκεί απεφασίσαμεν πρώτον να εξοντώσωμεν τους εν Ακροπόλει ευρισκομένους και πυροβολούντας κομιτατζήδες. Θέσαντες επί κεφαλής τους δύο λοχίας αρχίσαμεν αναβαίνοντες δι΄ ελιγμών τον Κουλάν και πριν ή τους πλησιάσωμεν ετράπησαν εις φυγήν. Οι κομιτατζήδες εγκατέλειψαν και μερικά όπλα. Καταδιώξαντες αυτούς μέχρι ενός χιλιομέτρου εφονεύσαμεν τρεις και κατά την επάνοδόν μας υψώσαμεν την Ελληνικήν Σημαίαν εις τον αρχαίον πύργον της Ακροπόλεως τη πρωτοβουλία του θαρραλέου καθηγητού της Γαλλικής εν τω Γυμνασίω Σερρών κ. Γεωργίου Καραϊσκάκη. Τοιουτοτρόπως εξεκαθαρίσθη ολόκληρος η πόλις από τα βουλγαρικά υπολείμματα και η συνεδριάζουσα διαρκώς Γενική Συνέλευσις εν τη Ιερά Μητροπόλει απεφάσισεν την αποστολήν επιτροπής με έγγραφον του Μητροπολίτου προς τον φρούραρχον Στρυμόνος Ιουλιανόν Κονταράτον, ταγματάρχην, με την παράκλησιν όπως προελάση το ταχύτερον προς διάσωσιν της κινδυνευούσης πόλεως. Η πρώτη επιτροπή απετελέσθη από τους κ.κ. Παυσανίαν Τσατσαπάν, διευθυντήν της Τραπέζης Αθηνών, Γεώργ. Αλεξανδρίδην και Χρήστον Πιπέρκον, ζωέμπορον» […]

Σύμφωνα με την αφήγηση του Μέλφου η πρώτη επιτροπή,  αν και κατόρθωσε να φθάσει «αισίως» διά «διαφόρων λοξοδρομιών», δεν κατάφερε να ειδοποιήσει τον ελληνικό στρατό για την άφιξή της και να δει τον Κονταράτο. Στην πόλη, η Γεν. Συνέλευση των Σερραίων που συνεδρίαζε αδιάκοπα, θεωρώντας  ότι εξοντώθηκε από τους βούλγαρους κομιτατζήδες, αποφάσισε την αποστολή και δεύτερης επιτροπής.
Ο Δημοσθένης Μέλφος αναφέρει τις πολύμοχθες και χρονοβόρες προσπάθειές του να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μέσω Τσάγεζι – Σταυρού – Θεσσαλονίκης και Δοϊράνης με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, που, όπως σημειώνει, αφού τον άκουσε «με προσοχήν και αγωνίαν» λέγοντάς του συνεχώς «λέγε λεπτομερώς και παρακάτω» τον διαβεβαίωσε ότι θα διατάξει αμέσως την προέλαση του ελληνικού στρατού.
΄Ενα χρόνο ύστερα από το τέλος των Βαλκανικών πολέμων στην εφημερίδα Χρόνος της Αθήνας με τίτλο «Ο Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος» άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες η αφήγηση ενός άλλου συγγραφέα, του Ιωάννη Σκανδαλάκη, που είχε πάρει μέρος σ΄ αυτούς ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Για τη μέρα που ο Δημοσθένης Μέλφος και οι συν αυτώ αναχωρούσαν για τη Νιγρίτα απ΄ όπου θα προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τον Κωνσταντίνο, ο Σκανδαλάκης, μάλλον λανθασμένα, αναφέρει ότι στην επιτροπή  που επισκέφθηκε τον ταγματάρχη Κονταράτο συμμετείχε και ο μητροπολίτης Σερρών Απόστολος, μπερδεύοντας το πρόσωπό του μ΄ εκείνο του βοηθού επισκόπου Χριστουπόλεως Αμβροσίου, περιγράφοντας τον δεσπότη Σερρών ως «νέο νεότατο, το πολύ έως τριάντα πέντε ετών». Και λέω, μάλλον λανθασμένα, γιατί ο μητροπολίτης Σερρών Απόστολος είχε γεννηθεί το 1856 και επομένως το 1913 διήγε το 57ο έτος της ηλικίας του και κάθε άλλο παρά έδειχνε «έως τριάντα πέντε ετών».
Η αφήγηση του Μέλφου και η ημερολογιακή καταγραφή του Δεσπότη διαφέρουν, όμως διαφορές  παρουσιάζει και η αφήγηση του Ιωάννη Σκανδαλάκη, από την οποία παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

[…] «Εντωμεταξύ χωρικοί επηγαινοέρχοντο από τα Σέρρας – δύο μόλις ώρας μακράν της Κουμάργιανης – κομισταί θερμών επιστολών του Δεσπότη όπως προελάσωμεν και καταλάβωμεν την πόλιν, αντιστάσεως μη ούσης αφού ο βουλγαρικός στρατός ανεχώρησε προς άγνωστον κατεύθυνσιν. Αλλ΄ η προέλασίς μας ως είπον, εξηρτάτο εκ της τακτικής καταστάσεως της όλης ελληνικής παρατάξεως, ήτις μόλις την 28ην Ιουνίου επέτρεψε το τοιούτον. Από το πρωί της ημέρας εκείνης το στράτευμα βουίζει από χαράν, οι σκαπανείς καρφώνουν με χαράν τας τελευταίας σανίδας προς αποπεράτωσιν της γεφύρας της Κουμάργιανης και συναρμολογούν βιαστικά βιαστικά την γεφυροσκευήν προς ζεύξιν των οχθών του ποταμού εις το Όρλιακον. Κάτω από μια μικρή, φουντωτή ως σχήμα ομβρέλλας συναντούν τον δεσπότη Σερρών [σ.σ. αναφέρεται στον βοηθό επίσκοπο Χριστουπόλεως Αμβρόσιο κι όχι στον μητροπολίτη Απόστολο], με έναν παπά, ακόλουθόν του και ολίγους οπλοφόρους. Επανήρχετο εκείνην την στιγμήν από την ερειπωμένην Νιγρίταν. Νέος, νεώτατος ο Δεσπότης, το πολύ έως τριάντα πέντε ετών, ευτραφέστατος, με επιδερμίδα λεπτήν και λείαν και μακρυά ολόμαυρα γένια. Συνωμίλει από ώρας με τον ταγματάρχην του πεζικού Κονταράτον, τον οποίον προσεπάθη να πείση όπως προελάση αμέσως προς τας Σέρρας, αλλ΄ οι παρακλήσεις του εθραύοντο εις μίαν ξηράν, ήρεμον απάντησιν του κ. ταγματάρχου: “Δεν έχω διαταγάς”.
»- Μα πώς, ερωτά ο Δεσπότης, αφού ήλθεν η διαταγή προελάσεως, βραδύνει να δοθή η διαταγή της εκκινήσεως;
»- Αυτό δεν αφορά εμένα, επαναλαμβάνει ο Κονταράτος, μόλις λάβω διαταγάς να είσθε βέβαιος πως θα σπεύσω να βαδίσω προς την πόλιν.
»Ο Δεσπότης ητοιμάσθη να αναχωρήση αλλ΄ εκείνη τη στιγμή -θα ήτο 11 π.μ.- μία κανονιά εβούιξε πέραν προς τας Σέρρας. Τούτην ηκολούθησαν άλλαι και ημπορούσαμεν να διακρίνωμεν και διά γυμνού οφθαλμού τας εκρήξεις των οβίδων υπεράνω των απεράντων τουρκικών στρατώνων που ευρίσκοντο εις την είσοδον προς το δυτικόν μέρος της πόλεως.
»-Δεν νομίζετε -ερωτά ο Δεσπότης- ότι η ψυχολογική κατάστασις ύστερα από τον αρξάμενον κανονιοβολισμόν, εμού μη πολεμιστού, επιβάλλει ίσως την μη αναχώρησίν μου διά την πόλιν;
»-Βεβαίως! Απαντά ο Κονταράτος.
»-Ναι, μας εσείς πρέπει να σπεύσετε, θα βάλουν φωτιά στην πόλιν. Να το ιδήτε. Επιδιώκουν να εκφοβίσουν τους κατοίκους με τις κανονιές, να τους εξαναγκάσουν να την εγκαταλείψουν και κατόπιν θα την πυρπολήσουν. Δεν τους ξέρετε εσείς τους Βουλγάρους.
»-Ωραία είναι όλα αυτά αλλά σας επαναλαμβάνω δεν έχω διαταγάς.
»-Μα θα κάψουν την πόλιν! Τι είναι αυτά;
»-Δεσπότη μου – αντιλέγει ο κ. Κονταράτος – κάπως θυμωμένα και κάπως ειρωνικά, αυτό θα είναι ευτύχημα. Ένα τέτοιο γεγονός θα τονώσει το εθνικόν αίσθημα, το μίσος προς τους εχθρούς μας! Δεν το νομίζετε;
»… Εντωμεταξύ είχε πλημμυρίσει η αντιπέραν όχθη του ποταμού από τους πανικοβλήτους κατοίκους της πόλεως. Παιδιά, γέροι, άνδρες, γυναίκες, κορίτσια ξυπόλητα, άλλα με μια παντούφλα, με την ρόμπα άλλα, όλος τέλος ο πληθυσμός των Σερρών, πανοικεί, όπως ευρέθη στο σπίτι, στους δρόμους, στα μαγαζιά, ήρχετο προς την γέφυραν της Κουμάργιανης όπου εγνώριζον ότι υπήρχε ελληνικός στρατός. Θα ήτο 1 μ.μ. που η γέφυρα ητοιμάσθη και όλος εκείνος ο κόσμος, περίτρομος, αγωνιών, εχύθη εντεύθεν του ποταμού, πληρών την ατμόσφαιραν με γόους θρήνους και κοπετούς. Πόδια λευκά δεσποινίδων που δεν τα είδε ποτέ ο ήλιος επατούσαν την φλογισμένην άμμον, μαλλιά ανεμίζοντο, κλάματα και κατάρες αντηχούσαν για τους βαρβάρους, ενώ ο κανονιοβολισμός εξηκολούθει ακαταπαύστως πέρα προς την πόλιν, υπέρ την οποίαν σε λίγο μαύρη, πυκνή και μεγάλη στήλη καπνού ήρχισε ν΄ ανυψούται. Αι Σέρραι εκαίοντο» […]

Την  28η Ιουνίου το Γενικό Ελληνικό Στρατηγείο εκδίδει την ακόλουθη γενική διαταγή:

«Ωρα 1 μεταμεσονυκτίου:
Εχθρός ηττηθείς ΝΑ Στρωμνίτσης απεσυνετέθη… Στρατιά αύριον αναπαυθή εις κοιλάδα Στρωμνίτσης. Η 7η Μεραρχία παύει αποτελούσα τμήμα στρατιάς Μανουσογιαννάκη. Αναθέτω εις αυτήν την κάθαρσιν Σερρών και Δράμας. Να διέλθη εντός της αύριον τον Στρυμόνα μεταχειριζομένη προς τούτο τους εις Όρλιακο γεφυροποιούς. Η 7η Μεραρχία μετά την διάβασιν του Στρυμόνος να κατευθυνθή προς Σέρρας.
Κωνσταντίνος Βασιλεύς».
Σύμφωνα με τον Πέτρο Ιακώβου η διαταγή αυτή μεταδόθηκε με τον οπτικό τηλέγραφο την 2α πρωινή της 28ης Ιουνίου. Η 7η Μεραρχία την κοινοποίησε «άνευ αναβολής» προς τα σώματα και «περί την 4ην πρωινήν» όλα ήταν «εν κινήσει» από Ορμανλή, κατά μήκος του Στρυμόνα προς Όρλιακο. «Το τάγμα Κονταράτου διαταχθέν συνεκεντρούτο προς γέφυραν Κουμάργιανης. Περί ώραν 1ην μεσημβρινήν η Μεραρχία βαδίζουσα συνεχώς υπό τους καύσωνας του ηλίου διήρχετο την γέφυραν Στρυμόνος καθ΄ όν χρόνον οι καπνοί υπέρ την πόλιν των Σερρών εσχημάτιζον ουρανομήκη νέφη. Από της 10ης πρωϊνής αι Σέρραι επυρπολούντο υπό του εχθρού ο δε πληθυσμός της έσπευδε προς την γέφυραν της Κουμάργιανης διά να σωθή. Περί ώραν 5ην απογευματινήν αι εμπροσθοφυλακαί της Μεραρχίας ευρίσκοντο εις τους στρατώνας της πόλεως…»

28 Ιουνίου 1913 (Παρασκευή).

H πόλη των Σερρών πληρώνει με τη σχεδόν ολοκληρωτική της καταστροφή τη δόξα των Βαλκανικών πολέμων και το τίμημα της ελευθερίας της. Από το ξημέρωμα οι δρόμοι της αντηχούν από τους πυροβολισμούς των πολιτοφυλάκων οι οποίοι προσπαθούν να αποκρούσουν τις απόπειρες εισόδου των Bουλγάρων στην πόλη. Οι κρότοι από τα βουλγαρικά πυροβόλα σπέρνουν τον τρόμο και τον πανικό. Οι περισσότεροι Σερραίοι, αλλόφρονες αρχίζουν να εγκαταλείπουν την πόλη παίρνοντας μαζί τους ό,τι ήταν πιο πρόχειρο. Μακριές σειρές τσακισμένων κι ανέστιων προσφύγων διασχίζουν τον κάμπο με κατεύθυνση το χωριό Κουμαριά, στον Στρυμόνα. Ύστερα, βούλγαροι στρατιώτες και αγέλες κομιτατζήδων συνοδευόμενες από αξιωματικούς εισέβαλλαν στην ανυπεράσπιστη πόλη, άνοιγαν με μοχλούς τις πόρτες των σπιτιών, τα περιέχυναν με πετρέλαιο και άλλα εύφλεκτα υλικά και τα πυρπολούσαν. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τα Σέρρας φλέγονταν από τη μία μέχρι την άλλη άκρη τους. Λέγεται πως η φωτιά ξεκίνησε από την εκκλησία του Aγίου Nικολάου των Mποσταντζήδων, κάπου στη σημερινή πλατεία του IKA, και γρήγορα επεκτάθηκε σε όλη την ελληνική συνοικία.
Από την πυρκαγιά κάηκαν 4.050 από τα 6.000 σπίτια της πόλης και από τα καταστήματά της τα 1.000. H αξία των καμένων εμπορευμάτων ξεπέρασε τα 12 εκατομμύρια χρυσές λίρες. Tο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε κατάσταση αλλοφροσύνης κατέφυγε στο χωριό Kουμάριανη ενώ άλλες ομάδες βρήκαν καταφύγιο στο Δημητρίτσι και άλλες στον Aχινό. Όσοι καθυστέρησαν τουφεκίσθηκαν από τους Bουλγάρους. Eκατό περίπου άτομα, κυρίως γέροντες, γυναίκες, έγκυοι, ασθενείς και παιδιά, βρήκαν φρικτό θάνατο μέσα στα πυρπολημένα σπίτια. Οι Βούλγαροι, αφού πυρπόλησαν ό,τι μπορούσαν, στο τέλος κατέστρεψαν ακόμη και τη μοναδική δεντροστοιχία της λεωφόρου Μεραρχίας Σερρών που οδηγούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό και για την οποία οι Σερραίοι ένιωθαν ιδιαίτερα υπερήφανοι. Φεύγοντας πήραν μαζί τους τους προκρίτους της πόλης, μεταξύ των οποίων τον γυμνασιάρχη Λεωνίδα Παπαπαύλου, τον διευθυντή της Tράπεζας Aνατολής Κ. Σταμούλη, τον γιατρό Αν. Xρυσάφη, τον φαρμακοποιό Nέστορα Φωκά, τον αρτοποιό Γεώργιο Bλάχο, τον κουρέα Στέργιο Γεωργίου κ.ά. των οποίων τα σώματα βρέθηκαν αργότερα κατακρεουργημένα στον δρόμο κοντά στο χωριό Λιβούνοβο.

28 Iουνίου.

Ο ιστορικός Πέτρος Πέννας αναφέρει ότι την αποφράδα ημέρα που οι Βούλγαροι επανήλθαν στην πόλη και άρχισαν να την πυρπολούν, αρκετοί από τους εναπομείναντες Σερραίους ζήτησαν καταφύγιο στον χώρο της πατρικής οικίας των Σιμαντώβ, όπου στεγαζόταν το ιταλικό προξενείο. Για την αποφυγή ανάφλεξης του οικήματος από τα παραπλεύρως πυρπολούμενα κτίρια, τα βαρύτιμα χαλιά τη οικογένειας Σιμαντώβ, αφού πρώτα καταβράχηκαν, απλώθηκαν στην οροφή του κτιρίου προκειμένου να αποσοβήσουν τον κίνδυνο. Πριν το μεσημέρι οι Βούλγαροι περικύκλωσαν το προξενικό κτίριο. O πρόξενος του ιταλικού κράτους Mεναχέμ Σιμαντώβ, από ένα παράθυρο του προξενείου, παρακαλούσε τους στρατιώτες να χαρίσουν τη ζωή στους συμπολίτες του. Όταν διαπίστωσε πως οι παρακλήσεις του για έλεος έπεφταν στο κενό, πρόσφερε ακόμη και την ατομική του περιουσία πετώντας στους Bουλγάρους, που ήταν έτοιμοι να βάλουν φωτιά, εκατοντάδες χρυσές λίρες.

28 Iουνίου (περί ώρα 2 μ.μ.). Στο Γεν. Στρατηγείο του ελληνικού στρατού που βρισκόταν κοντά στη λίμνη της Δοϊράνης έφθασε το παρακάτω τηλεγράφημα:
«Σέρραι κατελήφθησαν υπό αποσπάσματος προσκόπων. Σήμερον και χθες απέστειλα ενίσχυσιν 100 ανδρών υπό δύο αξιωματικούς. Eσχηματίσθησαν πολιτοφυλακαί εντοπίων. Aπέστειλα μικρά τμήματα ανιχνευτών προς Πρόσνικ, Πόρνα, Aγγίστα και τμήμα Mηχανικού καταστροφήν γεφύρας Aγγίστης… Mικρά τμήματα Bουλγαρικού στρατού ενεφανίσθησαν χθες διευθυνόμενα πιθανώς προς Aλιστράτην και πολλοί κομιταζήδες κατερχόμενοι εκ B.A. Σερρών Bουλγαρικών χωριών. Kαλόν είναι διλοχία ή τάγμα διευθυνθή Σέρρας διά την πόλιν και προσβάσεις αυτής, ίνα πρόσκοποι 200 περίπου μετά εντοπίων χρησιμοποιηθώσιν εις ύπαιθρον καταδίωξιν και ανίχνευσιν.
Eκοινοποίησα προκήρυξιν εις Σέρρας ως φρούραρχος…Mαζαράκης».

28 Iουνίου. Ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει την Tζουμαγιά.

Την ίδια μέρα γίνεται γνωστό ότι το Mελένικο, που εκείνη την εποχή αριθμούσε 500 περίπου ελληνικές οικογένειες, 80 οθωμανικές, 60 τσιγγάνικες και 10 μόνο βουλγαρικές, «αποκλείεται των κόλπων της Mητρός Eλλάδος».
28 Iουνίου. Από το Γενικό στρατηγείο του ελληνικού στρατού στην περιοχή της Δοϊράνης, στέλνονται προς τον έλληνα υπουργό Στρατιωτικών στην Αθήνα τα εξής δύο τηλεγραφήματα:
«Κατόπιν αντιστάσεως μικράς βουλγαρικής δυνάμεως μετά τινων ορειβατικών πυροβόλων, την οποία εμπροσθοφυλακή μου απώθησε, η πόλη των Σερρών κατελήφθη ογδόην εσπερινήν ώραν. Κεντρική ελληνική συνοικία πυρπολείται από πρωίας, τα δε από Όρλιακου μέχρι Σερρών ελληνικά χωρία παρουσιάζουσι την αυτήν απεχθή όψιν οίαν και η Νιγρίτα τόσον η πόλις καθώς και τα χωρία εις ην εντελώς έρημα ελλήνων κατοίκων φευγόντων προ των βουλγαρικών σφαγών.
Εβδόμη Μεραρχία Σωτήλης».

«Φρούραρχος Σερρών τηλεγραφεί ότι πόλις κατελήφθη υπό αποσπάσματος προσκόπων. Εκηρύχθη στρατ. Νόμος. Εσχηματίσθη πολιτοφυλακή προς τήρησιν τάξεως. Αποσπάσματα προσκόπων και των πολιτοφυλάκων εξήλθον ύπαιθρον χώραν ίνα φρουρήσουν αυτήν από ενδεχομένην επίθεσιν κομιτατζήδων. Οι Βούλγαροι εν πανικώ εγκαταλείψαντες την πόλιν αφήκαν μέγα πλήθος ζωοτροφών, πολεμοφοδίων και άλλου υλικού. Εν τη συγχύσει της φυγής των αφήκαν αφρουρήτους ώστε να δυνηθώσιν να διαφύγωσιν εβδομήκοντα Έλληνας προκρίτους. Αλλ΄ ο ιατρός Χρυσάφης και διακόσιοι άλλοι ομογενείς εσφάγησαν μετά φρικωδών βασανιστηρίων. Ομοίως αγνοείται η τύχη του επισκόπου και των άλλων τριάκοντα προκρίτων Δοϊράνης, οίτινες συνελήφθησαν και απήχθησαν εκείθεν ως όμηροι κατά την φυγήν Βουλγάρων. Ούτοι επιβιβάσθησαν σιδηροδρόμου εκ Δοϊράνης ίνα μεταφερθώσι εις Σέρρας αλλά δεν έφθασαν εκεί. Υπάρχει φόβος ότι εσφάγησαν καθ΄ οδόν.
Γραφείον Στρ. Πληροφοριών Κωνσταντινίδης».

Η συνέχεια είναι από τις “σημειώσεις” του σερραίου δημοσιογράφου Δημήτρη Διονυσίου:

[…] «28 Ιουνίου (Παρασκευή). Ενώ τα πάντα έβαινον καλώς και αι επιτροπαί άπασαι εξετέλουν θαυμασίως το έργον των… πολλοί νέοι εκ των ημετέρων και ιδία εκ των Τούρκων εξ ων περισσότεροι από 1500 έτρεξαν όπως περιφρουρήσωσι την πόλιν και υπερασπίσωσι αύτην από τους επιδρομείς Βουλγάρους. Αίφνης περί την 9,1/2 είδησις απαισία ετάραξε τους πάντας ότι Βούλγαροι πληθυθέντες εις τα υψώματα, έχοντες δε και τινα ορεινά τηλεβόλα προχωρούσιν προς την πόλιν. Οι φυλάττοντες εις το Ντουτλί [σ.σ. μάλλον εννοεί στο δρόμο προς το Ντουτλί, σημερινή ονομασία Ελαιώνας],  ήρχισαν να εγκαταλείπουν τας θέσεις των επί τη θέα και μόνον των πυροβόλων, έμμειναν δε μόνον οι λοχίαι με τους περί αυτούς αντάρτας, τους εθελοντάς Τούρκους και ημετέρους και μέχρι τινός αντέστησαν. Προς ενθάρρυνσιν του πλήθους όπερ ήρχισεν φεύγει εις την πεδιάδα εν τελεία απελπισία λέγεται πολύ κακώς παρά τη Μητροπόλει εις τινας όπως αναχωρήσωσιν εις το μέρος εις ο θα συναντήσωσιν ελληνικόν στρατόν και έτσι περί την 10ην π.μ. σχεδόν όλη η πόλις αποφασίζει και εγκαταλείπει την πόλιν εις την τύχην της… Ενώ οι λοιποί είτε έμμειναν εις τας οικίας των ας εθεώρησαν ασφαλείς είτε εις τας τουρκικάς οικίας, είτε εις το Ιταλικόν και Αυστριακόν προξενείον. Από της 10ης σχεδόν ήρχισε να κροτή το τηλεβόλον. Αι θέσεις παρά των νέων εις το Ντουτλί εγκαταλείφθησαν μόνον την 11ην οπότε ήρχισαν να υποχωρούν εν τάξει αφού επληγώθη ο λοχίας του πεζικού εις τον μηρόν διά σφαίρας τηλεβόλου και την 12ην εγκαταλείπεται και ο Κουλάς ενώ η σημαία μας… μόνη κατεβιβάσθη προηγουμένως υπό του αέρος η δε υψηλοτέρα περί την 1 μ.μ. εγένετο λάφυρον και του Κουλά πάλιν καταληφθέντος υπό των βουλγάρων κομιτατζήδων.
»Από της 10ης π.μ. οπότε ήρχισεν να φεύγη ο λαός, σχεδόν όλος, κατόρθωσεν να περάση εις Κουμαργιάν, Δημητρίτσι, Νιγρίτα, Καρατζάκιοϊ κ.λ.π. υπέρ των 45 χιλιομέτρων. Καθ΄ οδόν τινές εφονεύθησαν υπό σφαιρών των τηλεβόλων και τινες εν Σέρραις. Τινές μην αντέχοντες εις τον δρόμον έσκασαν. Γυναίκες εγέννησαν προώρως, γυνή τις εγέννησεν δίδυμα… Βούλγαροι ιππείς κατεδίωξαν τους φεύγοντας πολίτας μέχρι του σταθμού και κατέσφαξαν άνδρας και γυναίκας…
»Μόλις περί την 12ην κατελήφθη ο Κουλάς και κατεβιβάσθη η ελληνική σημαία. Ιππείς βούλγαροι διέσχιζον την πόλιν έχοντες περί αυτούς και παίδας ιδικούς των και εβραιόπαιδας οίτινες εφώναζον ούρα ούρα, ενώ αντάρται κομιτατζήδες ήρχισαν να περιέρχωνται τας οικίας εν τω Φαρδύ και Κονλούκι και εις πρώην αστυνόμος ονόματι Καραγκιόζης και ο κομιτατζής Τάσκας με φιάλας εκρηκτικών υλών περιήρχοντο και εφώναζον “ζήτω ο εμπρησμός” (ούρα μπόμπτσα) ενώ οι πυροβολισμοί και κανονιοβολισμοί πίπτουσι αδιακόπως από πρωίας μέχρι τις 7 μ.μ. οίτινες επισφραγήσθησαν διά συχνών κανονιοβολισμών των πεδινών τηλεβόλων του ελληνικού στρατού εξ ων εσίγησαν τα [βουλγαρικά] πυροβολεία βιαίως…
»Περί την 1 μ.μ. Η πρώτη φωτιά ανεφάνη από την οικίαν Μαρούλη (Χαρίση) ήτις ολοέν ηύξανεν και διεδίδετο ακαριαίως από οικία εις οικίαν ένθεν κακείθεν του δρόμου δι΄ οβίδων, με βρεγμένα τεμάχια [σ.σ. πιθανώς εννοεί υφάσματος] εις εκρηκτικάς ύλας και διά του υπάρχοντος συντελεστικού διά την πυρκαγιάν αέρος. Και ούτω μέχρι τις 6,1/2 μ.μ. αι συνοικίαι Αγίου Νικολάου, Κατακουνόζι, Αγίου Προδρόμου, Ταξιαρχών, Αγίου Αντωνίου, Αγίας Φωτεινής, Μητροπόλεως, Αγίου Γεωργίου, Αγίας Βαρβάρας, Αγίου Αθανασίου, Αγίας Ελαιούσας, Αγίου Βλάσση, Αγίου Παντελεήμονος, Μπαΐρ Μαχαλά μέχρι του τουρκικού στρατοπέδου, Ν. Ανατολικά τα πάντα ήσαν κεκαμένα. Βούλγαροι κομιτατζήδες περιήρχοντο από οικίαν εις οικίαν, τας ήνοιγον διά πλιάτσικο, εγέμισαν δε και πολλάς τουρκικάς οικίας με διάφορα αντικείμενα άτινα απεφασίσθη να τα κουβαλήσωσι Τουρκάκια και Εβραιόπουλα, βοηθοί εις το έργον των, ενώ Τούρκοι εφύλαξαν πολλάς δικάς μας οικογενείας και πολλάς οικίας από το πυρ… Καέντα κτίρια: Μητροπολιτικόν κτίριον, Παρθεναγωγείον, Γυμνάσιον, Αστική Σχολή, Νοσοκομείον, Οικοτροφείον, Τράπεζα Αθηνών, Τράπεζα Ανατολής, Τράπεζα Οθωμανική, καταστήματα, εργαστήρια, χάνια, μύλοι, φούρνοι, καφενεία, τυπογραφεία» […]


29 Iουνίου 1913 (Σάββατο πρωί).

Η 7η ελληνική Mεραρχία υπό τον Συνταγματάρχη Σωτήλη ακολουθούμενη από τους πολίτες που επέστρεφαν στην πόλη, εισήλθε στην ερειπωμένη πόλη και την κατέλαβε εν ονόματι του Bασιλέως των Eλλήνων Kωνσταντίνου, εκδίδοντας την ακόλουθη προκήρυξη:
«Eν ονόματι του βασιλέως των Eλλήνων Kωνσταντίνου απελευθερώ τας Σέρρας από του ζυγού των βαρβάρων και ειδεχθών επιδρομέων, καταλαμβάνω την πόλιν, προσκαλώ δε πάντας τους κατοίκους, ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος, να επανέλθωσιν εις τας ειρηνικάς ασχολίας των, βέβαιοι όντες υπό το σκήπτρον της A.M. του Bασιλέως μας και υπό την προστασίαν του ανδρείου αυτού στρατού, θέλουσιν απολαμβάνει και απολύτου ισονομίας και εξασφαλίσεως τιμής και περιουσίας.
Zήτω ο Bασιλεύς Kωνσταντίνος ο μέγας,
ζήτω ο λαός των Σερρών.
28 Iουνίου 1913. O Mέραρχος της εβδόμης μεραρχίας Σωτήλης».

Επίσημα ο ελληνικός στρατός μπήκε στα Σέρρας το πρωί του Σαββάτου, 29 Ιουνίου 1913. Ήδη όμως από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας είχαν κιόλας αρχίσει να μπαίνουν στην πόλη μικρές ομάδες ελλήνων προσκόπων καθώς και προφυλακές του στρατού. Αργά το απόγευμα μπήκε το 19ο Σύνταγμα της 7ης Μεραρχίας και το ξημέρωμα της επομένης, Σάββατο 29 Ιουνίου, το 21ο. Στη σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένη πόλη δεν υπήρχε καμιά εχθρική εστία αντίστασης.
Και πάλι από τις “σημειώσεις” του σερραίου δημοσιογράφου Δημήτρη Διονυσίου:
[…] «29 Ιουνίου (Σάββατο): Φθάνουσι κατ΄ αγέλας εκ των χωρίων όσοι ήσαν κατεσπαρμένοι. Θρήνος, οδυρμός, οδύνη, αγανάκτησις, ερείπια. Επιτροπαί περιθάλψεως και διατροφής. Πυροβολικόν κατευθύνεται διά Νευροκοπίου εις Δράμαν. Τρεις εμπρησταί ευρεθέντες κατεσφάγησαν έξω της θύρας του Μαυρουδίεφ. Εις την αυλήν του καέντος Παρθεναγωγείου υπήρχον τρία πτώματα Βουλγάρων εν ελεεινή καταστάσει. Από πολλάς καείσας οικίας αποφορά εψημένου κρέατος εξού υποτίθεται ότι ευρίσκονται κεκαυμένοι άνθρωποι υπό τα ερείπια. Πολλοί Βούλγαροι συλλαμβάνονται και τουφεκίζονται…Αίφνης διαδίδεται από σκοπού η είδησις ότι έρχεται ο βασιλεύς εκ του Αν. σημείου της πόλεώς μας. Ο κόσμος απορεί τι να τρέχει αλλ΄ άπαντες την θλίψιν λησμονούντες σπεύδουσιν εις υψηλόν καφενείον παρά του Αγίου Γεωργίου ίνα υποδεχθώσιν μη μόνον τη ψυχή αλλά και θερμή τη καρδία την Ζ΄ Μεραρχίαν καθώς εγένετο γνωστόν. Η Μεραρχία όδευε διά Δράμας αλλά καταληφθείσα υπό Ι΄ Μεραρχίας ίνα προχωρήση διά Νευροκόπιον, έφθασε ενταύθα…
»Ο Μέραρχος Ναπολέων Σωτήλης ειδοποιεί και ζητεί τον Μητροπολίτην εις του Χατζηστεργίου [σ.σ. δηλ. που βρισκόταν στο σπίτι του Χατζηστεργίου], ίνα τελεσθή δοξολογία και έπειτα να εισέλθη εις την πόλιν. Έρχεται είδησις ότι ήλθε και Μαζαράκης, ταγματάρχης των προσκόπων και φρούραρχος της πόλεώς μας. Ζητεί τον Μητροπολίτην. Παρ΄ αυτώ στέλλεται ο επίσκοπος Αμβρόσιος ο δε Μητροπολίτης μετά του πλήθους μεταβαίνει εις Άγιον Γεώργιον [σ.σ. πρόκειται για την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Κρυονερίτη – ιερό μετόχι του μοναστηριού του Τιμίου Ιωάννη του Προδρόμου – στην οδό Δημ. Μαρούλη], συναντών εκεί τον Μέραρχον όστις βλέπων τον λαόν συγκεκινημένον συγκινείται και αυτός καθώς προσφωνεί τον Μητροπολίτην και τον λαόν… Εν συνεχεία συνεννοούνται όπως γίνη μία δοξολογία εις την ύπαιθρον χάριν του στρατού, διότι όλαι αι μεγάλαι εκκλησίαι εκάησαν. Μετά την ιεροτελεστίαν και ενώ ο στρατός ήτο παρατεταγμένος πέριξ του επιτελείου εις στάσιν προσοχής ο Μητροπολίτης προσφώνησε τον κ. Μέραρχον διά των εξής:

»Εξοχώτατε κ. Μέραρχε!, Εξοχώτατοι μάχιμοι οπλίται!
»Μετ΄αγωνίας υπερβολικής και καρτερίας αφαντάστου σας αναμέναμεν. Εκείνο το οποίον έπρεπε να λάβητε αφ΄ ημών δεν το έχομεν πλέον. Θα σας δώσωμεν μόνον μία καρδίαν ελληνικήν την οποίαν διαφυλάξαμεν. Ουδέ στεφάνους, ουδέ δάφνας δεν έχομεν πόθεν να δρέψωμεν ίνα προσφέρομεν υμάς τους μαχητάς υπέρ της ελευθερίας μας. Τοιαύτας στεφάνους περιποιούμενοι αρκετάς προσεφέραμεν εις τους 12-15 οπλίτας οίτινες προλαβόντες έφθασαν ενταύθα. Αλλά τώρα τοιαύτας δεν έχομεν. Στερούμεθα πάντων. Γνωρίζω ότι ο γενναίος στρατός μας έχει να εκτελέση υψηλά καθήκοντα αλλά ο λαός μας εστέ βέβαιος, ότι δεν τα λαμβάνη υπ΄ όψιν ό,τι και να έπαθεν. Αρκεί ότι θα ζήση Έλλην. Οικίας δεν έχει. Υπό την αιγίδα όμως του βασιλέως θα κάμη ταύτας καλυτέρας. Θα λυπηθή, θα στενοχωρεθή, θα υποφέρη διά ταύτα αλλά προσωρινώς όσον ούτω διορθωθούσι. Εκφράζομεν ήδη την ανέκφραστον χαράν μας και την απεριόριστον ευγνωμοσύνη μας εις τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, την βασίλισσαν Σοφίαν, τον διάδοχον Γεώργιον και εις τον μαχιμώτατον στρατόν και λαόν.
Ζήτω ο Κωνσταντίνος! – Ζήτω ο στρατός! – Ζήτω η Μακεδονία!

»Εις ταύτα απαντών ο μέραρχος εις ύφος ορμητικού στρατηγού, οργίλου, είπε τα εξής περίπου εις τον Μητροπολίτην και τον λαόν:

»Σεβασμιώτατε, ανδρείε λαέ,
»Οι στρατιώται είναι υπερβολικά λυπημένοι διερχόμενοι ως απελευθερωταί μερών εις τα οποία δεν υπάρχουσι ειμή μόνον ερείπια εις τα οποία ακόμη καίουσι οι φλόγες της πυρκαϊάς, ην οι άτιμαι βουλγαρικαί χείρες έθεσαν. Ο στρατός μας είναι ευχαριστημένος, ικανοποιημένος ότι εξετέλεσεν τας διαταγάς του Μεγάλου Βασιλέως και διερχόμενος (sic) από τα οποία διετάχθη να καταλάβη δεν έχει ανάγκην ουδενός άλλου διότι είναι ανώτερος του φαγητού, του ποτού, της περιποιήσεως και της τροφής. Τούτο μόνο χαίρει ότι από την στάκτην των πόλεων και χωρίων άτινα κατέκαυσαν οι άτιμοι Βούλγαροι θα βλαστήση η μεγάλη και ωραία Ελλάς. Ο Βασιλεύς μας είναι κατηγανακτισμένος άμα ως έμαθε τα τερατουργήματα, τας θηριωδίας ταύτας των βαρβάρων αυτών επιδρομέων, των οποίων παρόμοιοι δεν εφάνησαν εις την ιστορίαν. Ζητεί εκδίκησιν και διέταξεν όπως τιμωρηθώσι πάση θυσία οι αιμοβόροι ούτοι κακούργοι, ουδείς εκ τούτων να μη ζήση. Χαίρω διότι βλέπω μόνον ότι έχετε την αυτήν καρδίαν με τους ελευθέρους και τα αυτά αισθήματα με αυτούς.
Ζήτω η Μακεδονία! – Ζήτω αι Σέρραι!
Ζήτω ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος!
Ζήτω ο Στρατός! Ζήτω η Ζ΄ Μεραρχία!

»30 Ιουνίου (Κυριακή):

Ο κόσμος ανεθάρρησε πλέον, ουδέν τον πτοεί, ουδέν τον τρομάζει αλλά είναι κατειλημμένος υπό αμηχανίας και θλίψης, παρατηρών τα ερείπια. Εξέρχεται, μεταβαίνει εις τας καείσας οικίας του, ανασκάπτει και επιθυμεί να εύρη κεκρυμμένα πολύτιμα αντικείμενά του, τα χάλκινα και σιδηρά σκεύη του. Επανέρχονται καθ΄ ομάδας εκ των χωρίων όπου εύρον καταφύγιον και πλείστα όσα ανέκδοτα λύπης, τρόμου και συγκίνησις διηγούνται. Έτσι συναθροιζόμενοι διαφοροτρόπως παρηγορεί ο εις τον άλλον. Υπάρχει στέρησις ασπρορούχων. Εις τας βρύσεις πλένουσι τα πόδια τους και τας κάλτσας των τα στεγνώνουσι και τας φορούσι!.. Το ψωμί ανάρπαστο, τα διανεμόμενα εφαπλώματα ανάρπαστα. Περισυλλέγονται πανταχόθεν τα κλοπιμαία άτινα είναι κατατεθειμένα εις διαφόρους οικίας και ο λαός αναγιγνώσκει την πρώτη προκήρυξιν του Ελληνικού στρατού εις την ημετέραν χώρα και αναβιώνει το εθνικόν του πάθος εκπληρούμενον» […]

30 Ιουνίου.

Φθάνει στο Χατζή Μπεϊλίκ (Βυρώνεια) ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος όπου, σε συνεργασία με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, καθορίζονται οι ελληνικοί όροι εν όψει της συνθήκης του Βουκουρεστίου.
Και πάλι από τις σημειώσεις του Δημήτρη Διονυσίου:
[…] «1η Ιουλίου (Δευτέρα): Η Ζ΄ Μεραρχία ανεχώρησεν διά Βροντού. Ισχυροί κανονιοβολισμοί βορείως των Σερρών. Σχηματίζεται πολιτοφυλακή Σερρών υπό των ανθυπολοχαγών Δόζα και Μαζαράκη. Αφίχθη ο αυστριακός πρόξενος Καρλ και Ιταλός και ιδόντες είπον Terribile visu. Εύρον δωμάτια εις το δικαστήριον γεμάτα από πλιάτσικο ασπρορούχων, χαλιών, φορεμάτων και εν δωμάτιον εις ο υπήρχον ψευδή γένεια και μουστάκια (ίδιον κακούργημα κομιτατζήδων), του δημοσιογράφου Μαγκρίνι του Σέκολο. Εδόθη εις τους Τούρκους το Εσκί Τζαμί διά της βοηθείας του σταυρού. Δήμαρχος Ακήλ Βέης. Επιτροπαί ανασκαφών, καταυλισμού πολιτών, άρτου, αλεύρων κ.λ.π. Υγειονομικών. Διεπιστώθησαν τρία κρούσματα χολέρας. Ανακοινώθη  από Γρ. Τύπου υπό τον κ. Σχοινάν, διαταγή Φρουραρχείου, Στρατιωτικός νόμος και αφοπλισμός μέχρι 8 μ.μ.
»2 Ιουλίου (Τρίτη): Αφίχθη άγγλος πρόξενος, άγγλοι δημοσιογράφοι, βουλευτική επιτροπή Κοσμίδη και άλλων τριών. Ανακοινωθέν Γρ. Τύπου – Οι όροι της ειρήνης. Διαταγή – Επιστροφή των κλοπιμαίων».

20 Ιουλίου (Σάββατο).

Σε αφιέρωμα της εφημερίδας Μακεδονία που κάλυπτε όλη σχεδόν την πρώτη σελίδα με τίτλο «Όσα δεν εμάθατε από την τραγωδίαν των Σερρών», ένας από τους πλέον διακεκριμένους δημοσιογράφους της εποχής, ο Βασίλης Μεσολογγίτης, σημείωνε τα εξής:
[…] «Μετά την μάχην του Δεμίρ Ισσάρ, σώμα βουλγαρικού στρατού μετά τριών πυροβόλων ορειβατικών βαδίζον καθ΄ όλην την νύκτα της Πέμπτης προς την Παρασκευήν [σ.σ. 27 προς 28 Ιουνίου], κατόρθωσε την πρωίαν της Πέμπτης να φθάση εις τα βορειοανατολικά σημεία της πόλεως [σ.σ. των Σερρών]. Οι πέριξ της πόλεως Βούλγαροι ενισχυθέντες ούτω δι΄ ανδρών και πυροβολικού την 7,1/2 πρωινήν ώραν ήρχισαν την επίθεσιν κατά της πόλεως. Η πολιτοφυλακή ευρέθη ετοίμη διά να αποκρούση τους Βουλγάρους. Εις τας πρώτας όμως οβίδας τας οποίας τα βουλγαρικά πυροβόλα διηύθυναν κατ΄ αυτής εκλονίσθη. Ο μητροπολίτης ακούσας τους κανονιοβολισμούς και μαντεύσας τα αποτελέσματα τα οποία θα είχεν ούτος επί του ηθικού των πολιτοφυλάκων, έσπευσε με προφανή κίνδυνον της ζωής του εις τον τόπον της συμπλοκής και ήρχισεν να ενθαρρύνη τους αμυνομένους. Ματαίως όμως. Ό,τι ωκοδόμουν εις την ψυχήν αυτών το κατέστρεφον αι βροχηδόν πίπτουσαι οβίδες. Και οι πολιτοφύλακες ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν. Άνθρωποι οι οποίοι διά πρώτην φοράν κρατούν εις τας χείρας των όπλον δεν ημπορούν να περιφρονήσουν το τηλεβόλον… Αλλ΄ αν δεν κατώρθωσεν η πολιτοφυλακή να σώση την πόλιν έσωσεν όμως τους κατοίκους αυτής. Η βραχεία αντίστασις της πολιτοφυλακής έδωσεν καιρόν εις τους κατοίκους  της πόλεως να φύγουν προς την Κουμάριανην. Και ενώ από την μίαν άκραν έφευγον οι τελευταίοι έλληνες κάτοικοι, από την άλλην εισήρχοντο, την 9ην ακριβώς ώραν αι βουλγαρικαί ορδαί ορυόμεναι αγρίως. Και την στιγμήν κατά την οποίαν αι ορδαί ευρίσκοντο εντός της πόλεως Σερρών, ο Καραγκιόζωφ και οι περί αυτόν με ζητωκραυγάς εξήρχοντο των κρυπτών των διά να ενωθούν μετ΄ αυτών και αρχίσουν το στυγερόν έργον των. Ελεηλάτησαν τα πάντα, έσφαξαν όσους εύρον 50-60 γέροντας και γραίας και ασθενείς μη δυνηθέντας να φύγουν και επυρπόλησαν την πόλιν. Τα μεγάλα, τα ωραία, τα ισχυρά, τα καλοκτισμένα σπίτια των Σερρών δεν ημπόρεσαν να παλαίσουν επί πολύ προς το παμφάγον στοιχείο, το οποίον εβοήθουν βόμβαι, οβίδες, πετρέλαιον και εύφλεκτος σκόνη. Α, είναι μετρ εις το πυρπολείν οι Βούλγαροι. Την μεσημβρίαν ολόκληρος η πόλις έκαιεν ως λαμπάς…»

7 Αυγούστου.

Σύμφωνα με δελτίο της Επιτροπής, στη Θεσσαλονίκη έχουν καταγραφεί 1.401 σερραίοι πρόσφυγες, ενώ σύμφωνα με άλλο δελτίο οι άστεγοι των Σερρών ανέρχονται σε 15.000.

15 Αυγούστου. Σε γράμμα έλληνα στρατιώτη προς τους δικούς του διαβάζουμε:

«…Περί Σερρών δεν γράφω τίποτα, διότι το εναπομείναν μετά την καταστροφήν τμήμα δεν δύναται να ονομασθή πόλις!»

ΕΠΊΜΕΤΡΟ Α΄

Tο 1988 από το «Eκπαιδευτικό και πολιτιστικό κέντρο» της Λευκωσίας κυκλοφόρησε το ημερολόγιο του «πολύπλαγκτου» κύπριου Σάββα Tσερκεζή «αρχόμενον από το 1886». Στις σελίδες του, εκτός των άλλων, καταγράφονται και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, στους οποίους ο συγγραφέας μετείχε ως εθελοντής καθώς και πολλοί άλλοι συμπατριώτες του. Oι ημερολογιακές αυτές καταγραφές, όπως πολύ σωστά αναφέρει στον πρόλογό του ο Φοίβος Σταυρίδης, είναι ιδιαίτερα λεπτομερειακές και αποτελούν σημαντική προσωπική μαρτυρία δραματικών γεγονότων της νεότερης ιστορίας μας, ενώ «η ακρίβεια των παρατηρήσεων είναι αξιοσημείωτη όπως μπορεί να επιβεβαιωθεί και από πολυάριθμες άλλες πηγές ή μαρτυρίες της εποχής». Tο κείμενο που ακολουθεί είναι αυτό που αναφέρεται στη Νιγρίτα και στην πόλη των Σερρών, καθώς και στα γεγονότα της καταστροφής της τον Iούνιο του 1913…

«HMEPOΛOΓION TOY BIOY MOY»

«[…] Tην πρωίαν, πριν έτι εκκινήσωμεν, εφάνη προς την ανατολικήν κατωφέρειαν της γραμμής μας κάποιος περιπλανώμενος, ο λοχαγός διέταξεν τέσσαρας στρατιώτας να τρέξουν και να τον συλλάβουν, ήτο κομιτατζής ωπλισμένος με μάνλιχερ, εις το σακκίδιόν του έφερε και τέσσαρας χειροβομβίδας. Διά διερμηνέως εμάθαμεν ότι ανήκεν εις κάποιαν συμμορίαν διοικουμένην υπό ενός ανθυπολοχαγού, έλεγε την αλήθειαν διότι την προτεραίαν ο λόχος συνέλαβε εννέα κομιτατζήδες ως και τον ρηθέντα αξιωματικόν, οι υπόλοιποι ή εφονεύθησαν ή έφυγον. Διετάχθημεν τότε να κατέλθωμεν προς τον σταθμόν όπου ανέμενον και οι άλλοι λόχοι και τότε έλαβα την προς την Nιγρίταν άγουσαν.
»Mετ’ ολίγον εφάνη η πόλις καπνίζουσα, τα τέρατα έκαυσαν την πόλιν όπως εκδικήσωσι την ήτταν των. Πριν πλησιάσωμεν την Nιγρίταν, ήμισυ περίπου μίλιον, υπάρχει κάποιος χείμαρρος. Δύο λόχοι βαδίζοντες προς το αριστερόν ως πλαγιοφυλακή εύρον εντός του ξηροποτάμου και συνέλαβον εν τάγμα ολόκληρον το οποίον ήρχετο φαίνεται ως ενίσχυσις και δεν επρόφθασε ούτε να βοηθήση ούτε τους φεύγοντας να ακολουθήση, απησχολήθημεν εκεί μίαν ολόκληρον νύκτα εις την καταμέτρησιν του οπλισμού των μεταγωγικών και εις την σωματικήν των αιχμαλώτων έρευναν, εις ην έλαβον και εγώ μέρος, ευρίσκομεν επ’ αυτών διάφορα πράγματα, όλως διόλου μερικά μηδαμινής αξίας, οικιακά σκεύη, φουστάνια, φουστανάκια, εσώρουχα βρεφών, όλοι σχεδόν από του ανωτέρου αξιωματικού μέχρι του τελευταίου οπλίτου είχον τα σακκίδιά των πλήρη κλοπιμαίων.
»΄Oταν εισήλθομεν εντός της Nιγρίτας δεν υπήρχε τίποτε όρθιον εκτός της εκκλησίας και του σχολείου τα οποία ήσαν λιθόκτιστα. Όλη η πόλις ήτο ερείπια καπνίζοντα εισέτι, εις το BΔ άκρον της πόλεως εις μίαν οικίαν ηύραμεν ένα γέροντα, με τεθραυσμένους αμφοτέρους τους βραχίονας κλαίοντα, μίαν οκταέτιδα παιδίσκην εγγονήν του ήν διά της λόγχης εφόνευσαν τα ανθρωπόμορφα τέρατα. Ήτο φρικώδες το θέαμα του δυστυχούς γέροντος μη δυνηθέντος να φύγη μετά των άλλων, υπερασπιζόμενος την μικράν κόρην τού έσπασαν τα χέρια. Mετά δύο ωρών ανάπαυσιν διηυθύνθημεν προς Bορράν εις εν χωρίον απέχον της Nιγρίτας δύο περίπου ώρας. Διενυκτερεύσαμεν καθήμενοι, δεν επετρέπετο να κοιμηθούμεν διότι πιθανόν οι Bούλγαροι να ήρχοντο να μας κάμουν αιφνιδιασμόν, την επομένην μετεκινήθημεν προς την πεδιάδα ηρχίσαμεν δε ν’ αναπτυσσώμεθα διότι έβαλλε καθ’ ημών ένα τοπομαχικόν το οποίον ευρίσκετο έξωθεν των Σερρών, δηλαδή από αποστάσεως τεσσάρων περίπου ωρών, απεσύρθημεν προς τα υψώματα όπου δεν έφθαναν του τηλεβόλου αι ενοχλητικαί οβίδες.
»Kατά την δευτέραν μεταμεσημβρινήν οι αξιωματικοί διέκριναν BΔ, εις χιλίων πεντακοσίων μέτρων απόστασιν, εχθρικόν πυροβολικόν καλπάζον επί της δημοσίας οδού Σερρών-Θεσσαλονίκης, ήτο η στρατιά του Λαχανά, αποτελουμένη ως εμάθαμεν εκ δύο μεραρχιών, ηττηθείσα δε μετά εικοσιτεσσάωρον από την της Nιγρίτης έφευγεν διωκομένη υπό των ημετέρων μεραρχιών 1ης και 6ης του Στρατηγού Mανουσογιαννάκη. Οι αξιωματικοί εζήτησαν από τον μέραρχον να επιτεθούμεν κατ’ αυτών και τους κόψωμεν την υποχώρησιν αλλ’ ο μέραρχός μας Σωτήλης Nαπολέων δεν το επέτρεψεν φέρων την δικαιολογίαν ότι δεν είχαμεν πεδινό πυροβολικόν. Πράγματι είχαμεν οκτώ πεδινά πυροβόλα πλην ευρίσκοντο καθ’ οδόν [διότι] επειδή δεν ηδύνατο να μας ακολουθήσουν ένεκεν του ορεινού και δυσβάτου όθεν διήλθομεν, ούτε εις την μάχην του Σουλόβου (λίμνη Aγίας Mαρίνας) δεν τα είχαμεν, έχοντες μόνον οκτώ ορειβατικά, τα δε πεδινά, ειδοποιηθέντα την νύκτα της 20ης προς την 21ην Iουνίου ότι ο εχθρός ηττήθη και φεύγει διά τας Σέρρας, διετάχθησαν όπως έλθουν εις Nιγρίταν διά της αμαξιτής οδού Nιγρίτης-Tσάγεζι, η απόστασις είναι οκτώ αλλά το πυροβολικόν βαδίζον μετά προφυλάξεως έφθασεν εις Nιγρίταν την 24ην, την μεσημβρίαν.
»Oι αξιωματικοί επέμενον ότι δεν καθίστατο αναγκαίον το πεδινό πυροβολικόν, το αυτό δε έλεγον και οι στρατιώται, ότι με πυρά ομαδόν εις τα πλευρά των θα παρεδίδοντο ή θα διεσκορπίζοντο τήδε κακείσε αφήνοντες τα πυροβόλα και πυρομαχικά των εις χείρας μας, διότι εγνώριζον ότι εδιώκοντο και υπό της στρατιάς του Λαχανά, ήτις έφθασε την επιούσα πολύ πρωί. Ο μέραρχος όμως Σωτήλης Nαπολέων, κρίμα στο όνομα, εφάνη δειλός του αισχίστου είδους, επέμενεν δε εις την ιδίαν πάντοτε δικαιολογίαν, και τοιούτω τρόπω διήλθον σχεδόν έμπροσθέν μας θεωμένοι αυτούς με εσταυρωμένας τας χείρας. Οι πανικόβλητοι Bούλγαροι διήλθον εις απόστασιν ενός μιλίου αφ’ ημών, διέβησαν τον Στρυμόνα και έκαυσαν και την γέφυραν φοβούμενοι όχι βεβαίως τον Σωτήλην αλλά τον γενναίον και ατρόμητον Mανουσογιαννάκην, το λάθος λοιπόν αυτό ή μάλλον η δειλία αυτή του Σωτήλη μάς εστοίχισεν πολλά, άτινα κατωτέρω θα περιγράψωμεν όσον η διανοητική μας δύναμις το επιτρέπει. Tην νύκτα κατήλθομεν προς την πεδιάδα και κατηυλίσθημεν εις τας όχθας του ποταμού και αι τρεις μεραρχίαι: 1η και 6η υπό τον Mανουσογιαννάκη και 7η υπό τον Σωτήλην, αναπαυόμενοι, αναμένοντες το μηχανικόν να κατασκευάση νέαν γέφυραν.
»Παρήλθον ούτω τρεις ημέραι, χρόνος αρκετός διά τους Bουλγάρους όπως λεηλατήσωσιν και εν τ’ αυτώ οχυρωθώσιν, την τρίτην ημέραν, αφού κατεσκευάσθη πρόχειρος γέφυρα και ητοιμαζόμεθα να διέλθωμεν την πρόχειρον γέφυραν, διεκρίναμεν πυκνάς τολύπας καπνού εξερχομένας εκ της πόλεως. Φευ! ιδού η πρώτη καταστροφή της δειλίας του Σωτήλη, αι Σέρραι εκαίοντο, η μεραρχία διηυθύνθη προς τας Σέρρας αι δε 1η και 6η προς την Bροντούν αριστερά μας, συνεπλάκησαν δε μετά των Bουλγάρων οχυρωθέντων εκεί διότι εις τας Σέρρας δεν ηδύναντο να σταθώσιν. Έξωθεν των Σερρών κατηυλίσθημεν και την επομένην εισήλθομεν εις την πόλιν, τα τρία τέταρτα της πόλεως ήσαν απηνθρακωμένα, ολόκληρος η ελληνική συνοικία, το άλλο τέταρτον το και χειρότερον έμεινεν σώον. Ήτο η τουρκική και ευρωπαϊκή συνοικία· το γυμνάσιον ως και τα άλλα δημόσια οικήματα επειδή δεν εκαίοντο τα ανετίναξαν διά δυναμίτιδος.
»Περί την ενδεκάτην πρωινήν εξεκινήσαμεν διά την Δράμαν, απέχουσαν δεκατέσσερας περίπου ώρας, την νύκτα διενυκτερεύσαμεν εις εν χωρίον και την επομένην, περί την δεκάτην πρωνήν, εφθάσαμεν εις Aλιστράτην, κωμόπολιν κατοικουμένην υπό Eλλήνων, όλη δε η περιφέρεια εκείνη κατοικείτο το πλείστον υπό Eλλήνων και ολίγων Tούρκων, βουλγαρικαί οικογένειαι δεν υπήρχον» […] 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ Β΄

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος στα απομνημονεύματά του γράφει για το τι ακολούθησε τη μάχη του Λαχανά και τη συντριπτική ήττα των Βουλγάρων: […] «Ο ταγματάρχης Βελισσαρίου υπεστήριξε φυσικά ότι πρέπει να εξακολουθήση αμείλικτος η καταδίωξις του εχθρού και τη νύκτα ακόμη διά να φθάσωμεν μέχρι του Στρυμόνος και καταλάβωμεν τας επ΄ αυτού γεφύρας Κουμάριανης και του Όρλιακου. Η κατόπιν εξέλιξις των γεγονότων απέδειξεν ότι ο Βελισσαρίου είχε δίκαιον διότι οι φεύγοντες Βούλγαροι μόλις την επομένην πρωίαν συνελθόντες και βλέποντες ότι δεν κατεδιώκοντο, επανήλθον εκ Σερρών και κατέστρεψαν τας γεφύρας…»
Αναφερόμενος δε στον στρατηγό Μανουσογιαννάκη γράφει ότι αυτός, ύστερα από τη μάχη του Λαχανά, αντί να πει στον Διοικητή της Μεραρχίας [εννοεί την 7η Μεραρχία του Ναπολέοντα Σωτήλη] «ο εχθρός συντριβείς ενταύθα καταδιώκεται προς Όρλιακο διά της αμαξιτής οδού και αν ευαρεστήσθε εκτείνατε την χείραν σας να τον συλλάβετε εφ΄ όσον θα διέλθη υπό την ρίναν σας» [σ.σ. ο τονισμός είναι του Θ. Πάγκαλου],  θα εξέδιδε διαταγή που έλεγε «επιτεθείτε πάραυτα κατά υποχωρούντος ατάκτως εχθρού, συμπληρώσατε καταστροφήν του και καταλάβατε τας γεφύρας του Στρυμόνος». Ολόκληρος ο στρατιωτικός κόσμος γνωρίζει τι εσήμαινε διαταγή του Μανουσογιαννάκη. Ο βαρήκοος, αμίλητος αλλά λεοντόκαρδος και αυστηρότατος αείμνηστος στρατηγός δεν εχωράτευε. Είναι εκτός αμφισβητήσεως ότι ο Διοικητής της VII Μεραρχίας,* οιοσδήποτε και αν ήτο, γενναίος ή δειλός, άμα ελάμβανε την διαταγήν του Μανουσογιαννάκη (αντί συναδελφικής ειδοποιήσεως) θα ερρίπτετο αμέσως κατά των ενώπιόν του διερχομένων φυγάδων και θα έδιδε την χαριστικήν βολήν εις τα υπολείμματα της στρατιάς του Ιβανώφ ούτως ώστε ούτε αι Σέρραι θα εκαίοντο, ούτε το τμήμα στρατιάς θα ηναγκάζετο να δώση νέαν μάχην μετά μίαν εβδομάδα εις το Δεμίρ Ισάρ» .
Βασίλης Τζανακάρης
*Ο στρατηγός σε κανένα σημείο των απομνημονευμάτων του δεν αναφέρει το όνομα του Ναπολέοντα Σωτήλη.


 https://www.anexartitos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.